Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014 00:00

Οι πρώτοι πολιτισμοί

Γράφτηκε από τον 
Στήλη του Ναραμσίν, περ. 2300-2200 π.Χ., ροζ ψαμμόλιθος, ύψος 2,3 μ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι. Στήλη του Ναραμσίν, περ. 2300-2200 π.Χ., ροζ ψαμμόλιθος, ύψος 2,3 μ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

Οι έννοιες «πολιτισμός» και «πρόοδος» συμβαδίζουν στην ιστορική πορεία του ανθρώπου και πρέπει να ειδωθούν σε συνάρτηση με τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτισμικά συμφραζόμενα που αποτυπώνουν τη συγχρονική πραγματικότητα κάθε εποχής.

Ήδη από τη Νεολιθική εποχή και μετά, η μετάβαση από τις «προ-πολιτισμένες» στις πολιτισμένες κοινωνίες ήταν θέμα παραγωγής πλεονάσματος. Έτσι, γίνεται λόγος για πολιτισμό από τη στιγμή που η καλλιέργεια της γης αποδίδει αρκετά τρόφιμα ώστε ένα μέρος του πληθυσμού να μπορεί να επιδοθεί σε άλλες μη παραγωγικές δραστηριότητες, όπως το εμπόριο, η διοίκηση και η τέχνη. Η βελτίωση των μεθόδων καλλιέργειας με τη χρήση του τροχού, του αρότρου και της τεχνικής άρδευσης, οδήγησε σε αυτό που ονομάζεται πόλη-κράτος, ενώ η σαφής κοινωνική διαστρωμάτωση και η εμφάνιση μιας διοικητικής μηχανής ευνόησαν τη γέννηση και ανάπτυξη της γραφής. Παράλληλα, η ανάγκη ενιαίου μέτρου αξιών και μέσου πληρωμών για τα προϊόντα και την παρεχόμενη εργασία συνέβαλε στην αντικατάσταση της φυσικής από τη χρηματική οικονομία, επιτρέποντας τη συσσώρευση και διαχείριση του πλούτου. Αυτή η εξελικτική πορεία επέτρεψε την ανάδυση των πρώτων πολιτισμών σε διαφορετικά μέρη του κόσμου αρχής γενομένης από τις κοιλάδες του Τίγρη, του Ευφράτη, του Νείλου, του Ινδού και του Κίτρινου Ποταμού.

ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑ

Τα πρώτα ίχνη των λεγόμενων πολιτισμένων κοινωνιών βρίσκονται στην Εγγύς Ανατολή, μια έκταση που περιλαμβάνει τα σημερινά εδάφη της Τουρκίας, του Ιράν, του Ιράκ, της Συρίας, του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Ιορδανίας. Στην περιοχή αυτή και συγκεκριμένα στα ορεινά βοσκοτόπια γύρω από το Σιάλκ και τα Σούσα (το σημερινό Ιράν) είχαν αναπτυχθεί ήδη κάποιοι νεολιθικοί πολιτισμοί, που διέθεταν ιδιαίτερα προχωρημένη τεχνική, όπως διαπιστώνει κανείς από τα τέχνεργα που έχουν έλθει στο φως. Ορισμένα αγγεία είχαν λεπτά και κομψά τοιχώματα, με διακοσμήσεις που προανήγγειλαν τις μεταγενέστερες εξελίξεις. Ένα κύπελλο από τα Σούσα (Εικ. 1) το οποίο χρονολογείται γύρω στο 5000 π.Χ. – 4000 π.Χ., είναι κοσμημένο με σχηματικές και ταυτόχρονα νατουραλιστικές απεικονίσεις ζώων. Πιο συγκεκριμένα, μια ζωοφόρος από παράξενα πουλιά τοποθετείται στην κορυφή, ενώ ακριβώς από κάτω -στον λαιμό του αγγείου- αποτυπώνεται ένα κοπάδι σκύλων που τρέχουν και σε μια επόμενη ζώνη ένα αγριοκάτσικο με κέρατα έρχεται να γεμίζει την επιφάνεια του σώματος του σκεύους. Οι μορφές των ζώων αν και αφαιρετικές, αποκαλύπτουν μια ανεπτυγμένη αίσθηση σχεδίου. Οι ευθείες και οι καμπύλες αντανακλούν τις αντίστοιχες γραμμές του αγγείου, ενσωματώνοντας τη διακόσμηση στη φόρμα, ενώ οι σκηνές για πρώτη φορά μπαίνουν σε πλαίσιο. Η σύμβαση αυτή, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην εικόνα να αποκτήσει τον δικό της καθορισμένο χώρο, ανοίγει τον δρόμο για την τέχνη της αναπαράστασης.

Σουμέριοι

Στην πεδιάδα της Μεσοποταμίας γύρω στο 4000 π.Χ. εμφανίζεται ένας νέος πολιτισμός. Πρόκειται για τους Σουμέριους η καταγωγή των οποίων μένει άγνωστη ενώ η γλώσσα τους δεν ομοιάζει με καμία από τις οικείες διαλέκτους. Κατοικούσαν σε πλινθόκτιστους οικισμούς, που εξελίχθηκαν σε πόλεις όπως η Ουρούκ, η Εριντού, η Ουρ, η Λάρσα, η Τελ Χαμπούμπα. Οι πόλεις αυτές αν και ανεξάρτητες και εχθρικές μεταξύ τους, είχαν κοινή γλώσσα, παραδόσεις και Θεούς οι οποίοι προσωποποιούσαν τις δημιουργικές και καταστροφικές δυνάμεις της φύσης. Κάθε πόλη είχε τον δικό της προστάτη Θεό, ο οποίος ήταν ουσιαστικά και ο ιδιοκτήτης της πόλης, ενώ οι άρχοντες παρέμεναν απλοί τοποτηρητές και ιερείς του. Σε μια κοινωνία όπου επικρατεί ένα είδος θεοκρατικού σοσιαλισμού και ένα κράτος πρόνοιας, οι ιερείς ήταν υπεύθυνοι για θέματα διοίκησης, για τη διασφάλιση των αγαθών και των μέσων εξασφάλισής τους. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα σύστημα αρίθμησης και γραφής, η λεγόμενη σφηνοειδής -λόγω του σχήματος των χαρακτήρων της που χαράσσονταν σε πήλινες πλάκες- η οποία κυριαρχεί από την 3η έως την 1η π.Χ. χιλιετία σε πολλές από τις γλώσσες της Εγγύς Ανατολής.

Ένα στοιχείο που πιστοποιεί την πολιτισμική ευημερία των Σουμερίων είναι η λογοτεχνία που διέθεταν. Το Έπος του Γιλγαμές είναι το πρώτο σημαντικό ποίημα στην ιστορία της ανθρωπότητας το οποίο εξακολουθεί μετά από 4000 χρόνια να γοητεύει. Αν και προγενέστεροι 1500 χρόνια από τα Ομηρικά Έπη, οι ήρωες του Γιλγαμές, Ενκιντού και Χουβάβα, ανήκουν στον ίδιο κόσμο με τους Θεούς της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Παρατηρώντας κανείς τις εικαστικές τους τέχνες των Σουμερίων, εύκολα αντιλαμβάνεται -από τα αρχαιολογικά τεκμήρια- ότι είχαν καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Ενδεικτικά είναι τα μεγάλου ύψους αλαβάστρινα αγγεία από το ναό της Ουρούκ που ανήκουν στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ. Σε ένα από αυτά (Εικ. 2) το οποίο χρονολογείται γύρω στο 3500 π.Χ., απεικονίζεται μια τελετή προσφοράς στη μητέρα Θεά Ινανά ή κάποια ιέρειά της, με την όλη σκηνή να είναι χωρισμένη σε ζώνες. Στο εν λόγω αγγείο έχουμε την πρώτη περίπτωση αξιοποίησης των δυνατοτήτων ενός χώρου με τις μορφές των ανθρώπων, ζώων και φυτών να πατούν σε μια γραμμή που υποδηλώνει την ύπαρξη εδάφους. Στο αγγείο της Ουρούκ η σειρά που ακολουθείται είναι μάλλον ιεραρχική παρά χρονολογική. Κάθε ζώνη είναι μια συνεχής πομπή χωρίς αρχή και τέλος εκφράζοντας έτσι τη διαχρονικότητα των τελετών που συνδέονται με την αρχή του νέου χρόνου και την ανανέωση του κύκλου των εποχών.

Η τεχνοτροπία και η τεχνική των ανάγλυφων αυτών παραστάσεων συγγενεύει στενά με εκείνη των κυλινδρικών σφραγίδων με τα αφηρημένα ή εικονιστικά σχέδια (Εικ. 3), που ανάγονται στο 2700 π.Χ. Από τα περίοπτα γλυπτά που λαξεύονταν ήδη από τα τέλη της 4ης π.Χ. χιλιετίας ελάχιστα σώζονται. Το πλέον αξιόλογο είναι ένα μαρμάρινο κεφάλι σε φυσικό μέγεθος το οποίο βρέθηκε στην Ουρούκ (Εικ. 4) και τοποθετείται χρονικά γύρω στο 3500 π.Χ. Στο κεφάλι αυτό τα φρύδια ήταν αποδοσμένα σχηματικά με μια σχισμή κάτω από το μέτωπο, η οποία γέμιζε με ένθετο λαζουλίτη, τα μάτια αποδίδονταν με κάποιο άλλο ένθετο υλικό -ίσως όστρακα- ενώ φύλλο χρυσσού ή χαλκού κάλυπτε το σημείο των μαλλιών. Πιθανότατα πρόκειται για ένα είδος προσωπείου που προορίζονταν να προσαρτηθεί σε κάποιο άγαλμα ή σε κάποια ξύλινη επιφάνεια.

Σημαντικά είναι και τα σύγχρονα γύψινα ειδώλια που έχουν βρεθεί στο ναό του Άμπου, Θεού της βλάστησης, στην Τελ Ασμάρ (Εικ. 5). Αν και είναι κατώτερα από καλλιτεχνική άποψη σε σύγκριση με το κεφάλι της Ουρούκ, αποκαλύπτουν πως οι συμβάσεις της θρησκευτικής τέχνης της Εγγύς Ανατολής -η μετωπική απόδοση, οι αυστηρά συμμετρικές στάσεις, τα διπλωμένα χέρια λίγο κάτω από το στήθος- είχαν επιβληθεί και αφομοιωθεί. Σύμφωνα με επιγραφές, το άγαλμα για τους Σουμέριους δεν ήταν μια απλή αναπαράσταση. Είχε δική του ζωή. Ο πρωτόγονος ανιμισμός είναι φανερός σε παλαιότερα έργα μικρής κλίμακας, όπως μια μικροσκοπική τερατόμορφη γυναικεία μορφή (Εικ. 6) από ασβεστόλιθο που χρονολογείται γύρω στο 3000 π.Χ.. Το αγαλματίδιο με το ρωμαλέο σώμα και το τρομακτικό κεφάλι υπενθυμίζει το ακατανόητο της προέλευσης του κακού και την αδυναμία του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο.

Πολλά από τα σημαντικότερα έργα τέχνης της 3ης π.Χ. χιλιετίας ανακαλύφθηκαν στο βασιλικό νεκροταφείο της Ουρ. Οι βασιλείς και οι βασίλισσες των Σουμερίων θάβονταν συνοδευόμενοι όχι μόνο από τα κοσμήματά τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα, αλλά και από τους αυλικούς και υπηρέτες τους οι οποίοι δολοφονούνταν εν ψυχρώ. Τα κτερίσματα των βασιλικών τάφων περιλαμβάνουν εξαιρετικής πολυτέλειας αντικείμενα, όπως το ηχείο μιας λύρας (Εικ. 7) που καταλήγει σε ένα ρεαλιστικό κεφάλι ταύρου από χρυσό και λαζουλίτη το οποίο φέρει ανθρωπομορφικά γένια. Η λύρα χωρίζεται σε τέσσερις ζώνες που καλύπτονται με ένθετες παραστάσεις από όστρακα και φύλλα χρυσού οι οποίες δεν είναι εύκολο να «αναγνωσθούν». Παρά την απλοϊκή τους απόδοση, ενυπάρχει μια επιτήδευση η οποία δυσχεραίνει τη διαπίστωση μιας ξεκάθαρης άποψης για το θέμα και το ακριβές νόημα των απεικονίσεων ζώων που αναπαράγουν ανθρώπινες στάσεις. Το μοτίβο του άνδρα που αγκαλιάζει δύο ανθρωπόμορφους ταύρους, επανέρχεται συχνά στη τέχνη της Εγγύς Ανατολής και αποκαλείται «μοτίβο του Γιλγαμές», ενώ την ασυνήθιστη αυτή στάση του άνδρα τη συναντάμε την ίδια εποχή και σε αιγυπτιακές ανάγλυφες παραστάσεις.

Η τέχνη της Ακάδ

Στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας οι πολέμαρχοι πήραν τη θέση των ιερέων στις πόλεις των Σουμερίων, διατηρώντας το θεοκρατικό σύστημα που υπήρχε. Η μεγάλη αλλαγή συντελείται γύρω στο 2350 π.Χ. όταν οι Ακαδίτες, που ήλθαν από τα βορειονανατολικά και μιλούσαν μια δική τους σημιτική γλώσσα, απέκτησαν τον έλεγχο. Η επεκτατική αυτή πολιτική των Ακαδιτών δικαιολογεί και την έμφαση που άρχισε να δίδεται στο πρόσωπο του βασιλιά ως ηγέτη και κατακτητή και όχι πλέον ως υπηρέτη του Θεού. Την εποχή εκείνη κάνουν την εμφάνισή τους αγάλματα ηγεμόνων σε φυσικό μέγεθος. Από αυτά ξεχωρίζει ένα ορειχάλκινο κεφάλι το οποίο φανερώνει βαθιά γνώση της μεταλλοτεχνίας (Εικ. 8) και χρονολογείται γύρω στο 2300 π.Χ. Πρόκειται για μια ιερατική και ταυτόχρονα νατουραλιστική μορφή που παραπέμπει στην αποτύπωση ενός ηγεμόνα με επιβλητικά χαρακτηριστικά.

Στην ίδια λογική, ο Ναραμσίν, βασιλιάς των Ακαδιτών, εικονίζεται σε μια σύγχρονη στήλη από ψαμμόλιθο με ανάγλυφες παραστάσεις οι οποίες απαθανατίζουν τις νίκες του επί κάποιας γειτονικής φυλής (Εικ. 9). Ο βασιλιάς έχει διπλάσιο μέγεθος από τους στρατιώτες του, αναλογία που ίσχυε παλαιότερα για τους Θεούς σε σχέση με τους θνητούς. Τώρα καταργείται το σύστημα της απεικόνισης σε ζώνες και ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει ολόκληρη την επιφάνεια ως μια δραματική σύνθεση, ενώ ταυτόχρονα εντοπίζεται και μια από τις πρώτες προσπάθειες να αποδοθεί το έδαφος και ένα σχηματικό είδους βάθους, προοπτικής. Τα επόμενα 1500 χρόνια δεν υπάρχει κάποιο εικαστικό αντίστοιχο με τη στήλη αυτή στην τέχνη της Εγγύς Ανατολής. Το κράτος των Ακαδιτών διαλύεται το 2180 π.Χ. και η μόνη πόλη που επέζησε ήταν η Λαγκάς (σημερινή Τελόχ), όπου και άνθισαν η λογοτεχνία και οι εικαστικές τέχνες στην περίοδο της ηγεμονίας του Γουδέα. Τα αγάλματά του, αν και ακολούθησαν την ακαδική παράδοση της απόδοσης του βασιλιά σε φυσικό μέγεθος, αποτύπωναν έναν ηγεμόνα στο πρότυπο του «καλού ποιμένα» που θεωρούσε τον εαυτό του υπηρέτη του Νινγιράου, του Θεού των αδρεύσεων και της γονιμότητας και ο οποίος παρουσιάζεται πάντα με μια έκφραση που δείχνει ευλάβεια, περισυλλογή και ευαισθησία (Εικ. 10).

Από τα μέσα της 4ης π.Χ. χιλιετίας στη Μεσοποταμία χτίζονταν ναοί. Αρχικά ήταν μικρά πλίνθινα κτίσματα, τοποθετημένα σε κρηπίδωμα και είχαν περίοπτη θέση, ενώ πρόσβαση σε αυτά είχαν μόνο οι ιερείς και οι βασιλείς. Σταδιακά τα κρηπιδώματα αυτά μετατράπηκαν σε φαρδιές κλιμακωτές πυραμίδες, γνωστές ως ζιγκουράτ (Εικ. 11). Τα ζιγκουράτ έπαιζαν τον ρόλο ενός τεχνητού ιερού όρους που έφερνε τους ιερείς πιο κοντά στους Θεούς Είχαν παραλληλόγραμμο σχήμα με τις γωνίες να δείχνουν στα 4 σημεία του ορίζοντα και τους τοίχους να κλείνουν προς τα μέσα. Στη βορειοανατολική πλευρά μια τεράστια σκάλα οδηγούσε σε μια πύλη 12μ. πάνω από το έδαφος και ακολουθούσαν δύο αναβαθμοί, που στέφονταν από ένα ναό.

Βαβυλώνα

Στη διάρκεια της βασιλείας του Χαμουραμπί (1792-1750 π.Χ.) η Βαβυλώνα γίνεται πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο έως τη Νινευή. Ο Χαμουραμπί είναι γνωστός από τον κώδικα που φέρει το όνομά του και αποτελεί την πρώτη κωδικοποίηση νόμων οι οποίοι είναι σήμερα γνωστοί (Εικ. 12). Ο κώδικας είναι χαραγμένος σε μια στήλη από βασάλτη που χρονολογείται γύρω στο 1760 π.Χ. και εικονίζει τον Χαμουραμπί όρθιο στην κορυφή κάποιου βουνού ή ζιγκρουράτ να παραλαμβάνει τους νόμους από ένα καθισμένο Θεό, ανακαλώντας στο μυαλό του σημερινού θεατή το ανάλογο επεισόδιο με τον Μωυσή στο Σινά.

Στα χρόνια των διαδόχων του Χαμουραμπί η δύναμη της αυτοκρατορίας μειώθηκε σταδιακά. Ωστόσο, μια πόλη που ακμάζει είναι το Ελάμ (το σημερινό Κουζεστάν) με πρωτεύουσα τα Σούσα. Πριν από τα τέλη της 4ης π.Χ. χιλιετίας, οι Ελαμίτες είχαν αναπτύξει ένα είδος ιερογλυφικής γραφής παρόμοιας με εκείνης των Σουμερίων και παράλληλα κατασκεύαζαν αντίστοιχες σφραγίδες. Σημαντικό σωζόμενο έργο τέχνης είναι ένα ορειχάλκινο κεφάλι (Εικ. 13) το οποίο θυμίζει αρκετά το κεφάλι του ηγεμόνα της Ακάδ, αν και είναι αποδοσμένο με περισσότερη ευαισθησία και απλότητα. Ο πολιτισμός του Ελάμ έφτασε στο απόγειό του στα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας, όπως πιστοποιείται από την ανακάλυψη των ερειπίων των επιβλητικών θολωτών τάφων και ζιγκουράτ κοντά στα Σούσα, ενώ οι εισβολές εχθρών το 640 π.Χ. οδήγησαν στην οριστική εξαφάνισή του από την ιστορία.

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Μεταξύ των Σουμερίων και των πόλεων της Κοιλάδας του Ινδού έχουν διαπιστωθεί ενδείξεις για ανταλλαγές αγαθών. Ο πολιτισμός της Κοιλάδας του Ινδού, που έφτασε στο απόγειο της ισχύς του το 2300 π.Χ και άρχισε να παρακμάζει μετά από 500 χρόνια -παρά τις όποιες ομοιότητες- διαφοροποιείται σημαντικά από τον πολιτισμό των Σουμερίων. Πιο συγκεκριμένα, στην Κοιλάδα του Ινδού δεν έχουν βρεθεί ναοί, βασιλικοί τάφοι, ανάκτορα, ενώ η γραφή που χρησιμοποιούνταν δεν ήταν ίδια με την τρέχουσα σφηνοειδή και ιερογλυφική. Το ίδιο ισχύει και για τα μέτρα και τα σταθμά που βασίζονταν σε ένα σύστημα το οποίο δεν προσομοιάζει με αυτό των Σουμερίων.

Ο πολιτισμός της Κοιλάδας του Ινδού ήταν ένας πολιτισμός πόλεων και εμπορικών συναλλαγών χωρίς να είναι ευδιάκριτη η ύπαρξη κάποιας τάξης ιερέων ή πολεμιστών. Το μεγάλο επίτευγμα του πολιτισμού αυτού ήταν οι πόλεις του, όπως η Χαράπα και το Μοχέντζο-Ντάρο (Εικ. 14). Οι δρόμοι των πόλεων ήταν ορθογωνισμένοι και φαρδιοί, οι οχυρώσεις απουσίαζαν εντελώς, ενώ υπήρχε και ένα είδος ακρόπολης σε τεχνητό ύψωμα από αργοπλινθοδομή. Τα σπίτια ήταν πλινθόκτιστα με ένα δεύτερο όροφο, ενώ τα δημόσια κτήρια ήταν συγκεντρωμένα στην ακρόπολη. Ως προς την καθημερινότητα των ανθρώπων, η χρήση κάρου ήταν συνηθισμένη, ενώ τα όπλα, όπως και τα εργαλεία, που έχουν βρεθεί είναι υποτυπώδη. Στο πεδίο της τέχνης, τα έργα που σώζονται είναι μικρής κλίμακας και ιδιωτικής χρήσης. Συνήθως, απεικονίζονταν σε τερακότα ακατέργαστες ανδρικές, γυναικείες μορφές και νατουραλιστικής τεχνοτροπίας ζώα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σφραγίδες, 5x5 εκ. (Εικ. 15) που χαρακτηρίζονται από μια τεχνική που αποπνέει κομψότητα και ακρίβεια. Τα ολόγλυφα γλυπτά από πέτρα είναι μικρού μεγέθους και περιορίζονται σε κεφάλια ανδρών με σχιστά ασιατικά μάτια, παχιά χείλη και καλοχτενισμένα γένια (Εικ. 16). Από την άλλη πλευρά, για πρώτη φορά συναντά κανείς και γλυπτά (Εικ. 17) τα οποία -προορισμένα να παρατηρούνται από όλες τις μεριές- διακρίνονται για την τεχνική τους αρτιότητα, το νατουραλισμό και την άνεση των κινήσεων, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη μορφή αντιμετωπιζόταν ως ένας κινούμενος, ζωντανός οργανισμός και όχι ως άκαμπτο σύμβολο θεϊκής καταγωγής όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία.

Οι πόλεις της Κοιλάδας του Ινδού δε λεηλατήθηκαν αλλά εγκαταλείφθηκαν βαθμιαία και οι Άριοι που κυριάρχησαν -ερχόμενοι στην περιοχή ήδη από τους πρώτους αιώνες της 2ης π.Χ. χιλιετίας- έφεραν μαζί τους τις δικές τους τεχνικές οι οποίες έδωσαν έργα τέχνης πιο σχηματικά (Εικ. 18) σε σχέση με τα προηγούμενα, επιβεβαιώνοντας τη χρονική συνύπαρξη πολιτισμών διαφορετικών μεταξύ τους σε θέματα τέχνης και κοινωνικής οργάνωσης.

 

Στειακάκης Χρυσοβαλάντης
(Ιστορικός Τέχνης)

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

  • Bourbon, F., Χαμένοι πολιτισμοί. Η ανακάλυψη των μεγάλων πολιτισμών του παρελθόντος, μτφρ. Μ. Αλεβίζου, Αθήνα, εκδόσεις Καρακότσογλου, 1999. 
  • Gombrich, E.H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λ. Κάσδαγλη, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 2006.
  • Χόνορ, Χ. – Φλέμινγκ, Τζ. Ιστορία της τέχνης, τόμος 1, μτφρ. Α. Παππάς, Αθήνα, εκδόσεις Υποδομή, 1991.
Στειακάκης Βαλάντης

Είμαι Δρ. στις Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό - Ιστορικός Τέχνης και από το 2007 τυγχάνω μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης. Έχω συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα τεχνοκριτικής και έχω εργαστεί ως εκπαιδευτής σε Ι.Ε.Κ., Σ.Δ.Ε., Κ.Δ.Β.Μ. και ως καθηγητής σε Κολλέγιο - Παράρτημα Αγγλικού Πανεπιστημίου, για το μάθημα της ιστορίας της τέχνης και της αρχιτεκτονικής. Παράλληλα, έχω εργαστεί ως επιμορφωτής στα Εικαστικά Εργαστήρια του Εκπαιδευτικού Tομέα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης, αλλά και ως αρχαιολόγος. Ταυτόχρονα, επιμελούμαι εικαστικές εκθέσεις και παραμένω ερευνητικά ενεργός, παρακολουθώντας συνέδρια ιστορίας της τέχνης, εκδίδοντας μελέτες και παραθέτοντας διαλέξεις - ομιλίες που άπτονται ζητημάτων αισθητικής.

Έκθεση εικόνων

Εικ.1. Ζωγραφισμένο κύπελλο από τα Σούσα, 5000-4000 π.Χ., πηλός, ύψος 28,5 εκ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.Εικ.2. Αγγείο από την Ουρούκ, 3500-3000 π.Χ., αλάβαστρο, ύψος 91,4 εκ., Μουσείο Ιράκ, Βαγδάτη.Εικ.3. Κυλινδρική σφραγίδα και το αποτύπωμά της από την Ούρ, 2700 π.Χ., λίθος, ύψος 3,8 εκ., Ανατολικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου του Σικάγο.Εικ.4. Γυναικείο κεφάλι από την Ουρούκ, 3500 π.Χ., μάρμαρο, ύψος 20,3 εκ. Μουσείο Ιράκ, Βαγδάτη.Εικ.5. Ειδώλιο από την Τελ Ασμάρ, 3000 π.Χ., γύψος, ύψος 29,8 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.Εικ.6. Τέρας με γυναικεία μορφή, 3500 π.Χ., κρυσταλλικός ασβεστόλιθος, ύψος 8,9 εκ. Μουσείο Μπρούκλιν, Νέα Υόρκη.Εικ.7. Ηχείο λύρας από την Ούρ, χρυσός, λαζουλίτης, όστρακο, ύψος 45 εκ., Μουσείο Πανεπιστημίου Φιλαδέλφεια.Εικ.8. Κεφάλι Ακαδίτη ηγεμόνα από τη Νινευή, 2300-2200 π.Χ., ορείχαλκος, ύψος 30, 5 εκ., Μουσείο Ιράκ, Βαγδάτη.Εικ.9. Στήλη του Ναραμσίν, περ. 2300-2200 π.Χ., ροζ ψαμμόλιθος, ύψος 2,3 μ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.Εικ.10. Κεφάλι του Γουδέα από την Τελόχ, 2100 π.Χ., δουρίτης, ύψος 23,2 εκ. Μουσείο Καλών Τεχνών, Βοστώνη.Εικ.11. Ζιγκουράκ της Ούρ, 2100 π.Χ.Εικ.12. Στήλη του Χαμουραμπί, 1760 π.Χ., βασάλτης, ύψος 2,23 μ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.Εικ.13. Κεφάλι Ελαμίτη, 2000 π.Χ., χαλκός, ύψος 34,3 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.Εικ.14. Τοπογραφικό της Ακρόπολης του Μοχέντζο-Ντάρο.Εικ.15. Σφραγίδες από το Μοχέντζο-Ντάρο, 2300-1700 π.Χ., στεατίτης, ύψος 3,8 εκ., Ινδικό Εθνικό Μουσείο, Νέο Δελχί.Εικ.16. Προτομή άνδρα από το Μοχέντζο-Ντάρο, 2300-1700 π.Χ., ασβεστόλιθος, ύψος 18 εκ., Ινδικό Εθνικό Μουσείο, Νέο Δελχί.Εικ.17. Γυναικεία και ανδρική μορφή από την Χαράμπα, 2300-1750 π.Χ., ασβεστόλιθος, ύψος 8-9 εκ., Ινδικό Εθνικό Μουσείο, Νέο Δελχί.Εικ.18. Άρμα από το Νταϊμαμπάντ, Μαχαράστρα, 1500 π.Χ., ορείχαλκος, 22x52x17,5 εκ., Μουσείο Δυτικής Ινδίας, Βομβάη.