Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013 14:28

Ψυχολογική προσέγγιση VS Κοινωνικο - ιστορική Προσέγγιση στο Επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Τέχνης

Γράφτηκε από τον 

Στην ιστορία και την θεωρία της τέχνης, ένα έργο, ένας καλλιτέχνης, ένα στυλ γενικότερα, αναλύεται, προσεγγίζεται, αποτιμάται και τεκμηριώνεται σύμφωνα με τις βασικές αρχές που έχουν τεθεί από τις καθιερωμένες μεθόδους-σχολές, όπως είναι η μορφολογική, η εικονολογική-εικονογραφική, η αναλυτική-ψυχολογική, η κοινωνικο-ιστορική και η φεμινιστική.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις: η ψυχολογική και η κοινωνικο-ιστορική.

Τόσο η μια όσο και η άλλη, αποδέχονται την επικοινωνία μεταξύ έργου-καλλιτέχνη – θεατή, αν και σύμφωνα με την ψυχολογική προσέγγιση η σχέση έργου-καλλιτέχνη-θεατή αντιμετωπίζεται με ψυχολογικούς όρους, δίνοντας έμφαση στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη, το ψυχολογικό του προφίλ, ενώ το έργο απευθύνεται σε έναν αφηρημένο δέκτη. Αντίθετα, η κοινωνικο-ιστορική θέλει την όλη αυτή επικοινωνιακή διαδικασία να αναδύεται μέσα από συγκεκριμένες συνθήκες (κοινωνικές, περιβάλλον, τάξεις, ιδεολογία). Μια μεγάλη μερίδα ιστορικών τέχνης, είναι αντίθετοι με την ψυχολογική ερμηνεία-προσέγγιση των έργων τέχνης, καθώς σύμφωνα με την γνώμη τους μια ψυχολογική ερμηνεία-προσέγγιση δεν είναι σε θέση να συμβάλει σε μια επιστημονική γνώση της ιστορίας της παραγωγής εικόνων. Η ψυχανάλυση και η ψυχολογία, δεν μπορούν να προσεγγίσουν την ιστορία της τέχνης, από τη στιγμή που εκ φύσεως δεν μπορούν να ασχοληθούν με φαινόμενα ιστορικά, τα οποία είναι απόρροια και συνέπεια της δράσης των κοινωνικών ομάδων.1 Η ψυχανάλυση «...ερμηνεύει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε σχέση με τον εαυτό που βιώνει αυτή τη συμπεριφορά και όχι σε σχέση με τις οντότητες έξω από αυτόν, όπως εξώκοσμες θεότητες ή πολιτικά κόμματα και ηγέτες και ότι θεωρεί τον εαυτό του μια ψυχοβιολογική οντότητα που προσπαθεί να πετύχει την αυτοπραγμάτωση και την αυτοεκπλήρωση...».2

Η ψυχανάλυση είναι ο επιστημονικός εκείνος τομέας που αντικείμενό του είναι οι ιδιαίτερες υποκειμενικότητες. Η ψυχανάλυση αναγνωρίζει και τονίζει ότι ο χαρακτήρας και οι περιορισμοί των υποκειμενικών κόσμων που εξετάζει και που επηρεάζει με την θεραπεία, ακόμη και αν είναι διαφορετικοί, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένοι με την βιολογία της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι, συνεπώς, μια «...βιολογική θεωρία του νοήματος...».3 Για την ψυχανάλυση, τα έργα τέχνης είναι προβολές του ασυνειδήτου των ατόμων που τα έχουν παράγει και «...ερμηνεύοντας τά θεματικά υλικά...», όπως εύστοχα παρατηρεί και ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, Θίοντορ Αντόρνο (Theodor W. Adorno), «...ξεχνά τις μορφολογικές κατηγορίες, μεταφέροντας τρόπον τινά την απειροκαλία ευαίσθητων γιατρών στο πιο ακατάλληλο αντικείμενο, στον Leonardo da Vinci ή τον Baudelaire...».4 Για την ψυχανάλυση, τα έργα τέχνης είναι ονειροπολήματα. Τα συγχέει με δεδομένα και τα τοποθετεί στα πρόσωπα των ονειροπολούντων, χάνοντας με αυτό τον τρόπο την αντικειμενικότητα, τη σύνδεση με την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική πραγματικότητα και την ιδέα της αλήθειας που αντιπροσωπεύουν.5

Έτσι, αν οι εικαστικοί παραγωγοί, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ψυχανάλυσης, μέσα από τα προϊόντα δημιουργίας τους, τότε το αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης δεν μπορεί να είναι ακέραιο6, καθώς δεν οδηγεί πουθενά η προσπάθεια να αναλυθούν και να ερμηνευτούν τα έργα, έχοντας σαν βάση αποκλειστικά και μόνο την προσωπικότητα και την ζωή του δημιουργού τους.7 Αυτό φυσικά γίνεται εύκολα αντιληπτό αν σκεφτεί κανείς ότι δεν υπάρχει μια δεδομένη αντιστοιχία ανάμεσα στην πρόθεση που είχε αρχικά ο καλλιτέχνης για το έργο του και το τελικό αποτέλεσμα, τη θέση του μέσα στην τρέχουσα κοινωνικο-ιστορική κοινωνική πραγματικότητα στην οποία γεννιέται. Παράλληλα, οι εμπειρίες, η πολιτισμική ταυτότητα του δημιουργού που αντανακλώνται στο έργο του, διαφοροποιούνται από τη στιγμή που αυτό φτάσει στην τελική του μορφή και δοθεί στο κοινό, καθώς το έργο αναπόφευκτα θα δεχτεί νέες επιδράσεις, διαφορετικές ενδεχομένως από την θέληση του καλλιτέχνη. Ακόμη μια ψυχολογική προσέγγιση-ερμηνεία, η οποία στηρίζεται στην προσωπικότητα του εικαστικού παραγωγού δεν αφήνει περιθώρια για την ερμηνεία των συνόλων, των τεχνοτροπιών, από τη στιγμή που δεν μπορεί να δώσει μια εξήγηση γιατί ένα εικαστικό προϊόν, παρά το γεγονός ότι είναι μοναδικό, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύνολο, ή γιατί εμφανίζει κάποια κοινά στοιχεία με κάποιο άλλο.

Η ιστορία είναι αποτέλεσμα και προϊόν των κοινωνικών συνόλων, των κοινωνικών δυνάμεων. Σε καμία φυσικά περίπτωση δεν πρέπει να αγνοείται η ζωή και η προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Αντίθετα, πρέπει να μελετώνται και να ερμηνεύονται σε σχέση με την εκάστοτε ιστορική πραγματικότητα, εντάσσοντάς τα πάντα στα ευρύτερα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτισμικά συμφραζόμενά τους. Συνεπώς, οι γνώμες, οι αντιδράσεις, οι αισθητικές τοποθετήσεις, τα αισθητικά κριτήρια και η πολιτισμική ταυτότητα τόσο των καλλιτεχνών όσο και των ερμηνευτών του έργου τους, του κοινού, πρέπει να απομυθοποιούνται και να γίνεται προσπάθεια να αναδυθεί η βάση τους, η οποία βρίσκεται στην ιδεολογία και τις συναισθηματικές δυνατότητες του κάθε ατόμου, καθώς και στις υλικές εκείνες διεργασίες στις οποίες παίρνει μέρος ο καλλιτέχνης όταν δημιουργεί ένα έργο τέχνης.8

Στειακάκης Χρυσοβαλάντης

(Ιστορικός Τέχνης)

Υποσημειώσεις:

1. Hadjinikolaou, N. Histoire de l'Art et Lutte des Classes, Παρίσι, Francois Maspero, 1978, σ. 3 -38.
2. Φούλερ, Π. Τέχνη και ψυχανάλυση, Μτφρ. Ηρώ Κανακάκη, Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη, 1988 (α΄ έκδοση: 1979), σ. 25-26. Rycroft, Ch. Psychoanalysis Observed, Χάρμοντσγουερθ, Penguin Books, χ.χ., σ. 20.
3. Φούλερ, Π. ό.π., 1988, σ. 26-27.
4. Adorno, T. W. Αισθητική Θεωρία, Μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000 (α΄ έκδοση: Φραγκφούρτη, Suhrkamp Verlag, 1970), σ. 24-25.
5. Στο ίδιο, σ. 25-26.
6. Hadjinikolaou, N. ό.π., 1978, σ. 33.
7. Xατζηνικολάου, Ν. Εθνική τέχνη και πρωτοπορία, Αθήνα, Εκδόσεις Όχημα, 1982, σ. 15-17.
8. Φούλερ, Π. ό.π., 1988, σ. 11.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:

  • Adorno, Theodor W. Αισθητική θεωρία, Μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000 (α΄ έκδοση: Φραγκφούρτη, Suhrkamp Verlag, 1970).
  • Belting, Hans. et.al. (επιμέλεια). Εισαγωγή στην ιστορία της τέχνης, Μτφρ. Λ. Γυϊόκα, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 1995 (α΄ έκδοση: Βερολίνο, Reimer, 1985).
  • Hadjinikolaou, Nicos. Histoire de l'Art et Lutte des Classes, Παρίσι, Francois Maspero, 1978.
  • Kosik, Karel. Η διαλεκτική του συγκεκριμένου, Μτφρ. Λ. Χατζηπροδρομίδης, Αθήνα, Εκδόσεις Οδυσσέας, 1975 (α΄ έκδοση: Πράγα, 1963).
  • Mieke, Bal - Bryson, Norman. «Semiotics and Art History», περ. The Art Bulletin, τεύχος 73, Μάρτιος 1991, Μάρτιος 1991, σ. 174-208.
  • Rycroft, Charles. Psychoanalysis Observed, Χάρμοντσγουερθ, Penguin Books, χ.χ.
  • Φούλερ, Πήτερ. Τέχνη και ψυχανάλυση, Μτφρ. Ηρώ Κανακάκη, Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη,
    1988 (α΄ έκδοση: χ.ε., 1979.).
  • Χατζηνικολάου, Νίκος. Εθνική τέχνη και πρωτοπορία, Αθήνα, Εκδόσεις Όχημα, 1982.

 

Στειακάκης Βαλάντης

Είμαι Δρ. στις Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό - Ιστορικός Τέχνης και από το 2007 τυγχάνω μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης. Έχω συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα τεχνοκριτικής και έχω εργαστεί ως εκπαιδευτής σε Ι.Ε.Κ., Σ.Δ.Ε., Κ.Δ.Β.Μ. και ως καθηγητής σε Κολλέγιο - Παράρτημα Αγγλικού Πανεπιστημίου, για το μάθημα της ιστορίας της τέχνης και της αρχιτεκτονικής. Παράλληλα, έχω εργαστεί ως επιμορφωτής στα Εικαστικά Εργαστήρια του Εκπαιδευτικού Tομέα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης, αλλά και ως αρχαιολόγος. Ταυτόχρονα, επιμελούμαι εικαστικές εκθέσεις και παραμένω ερευνητικά ενεργός, παρακολουθώντας συνέδρια ιστορίας της τέχνης, εκδίδοντας μελέτες και παραθέτοντας διαλέξεις - ομιλίες που άπτονται ζητημάτων αισθητικής.