Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014 14:03

Η πιο διάσημη ελληνική οπερέτα: Οι Απάχηδες των Αθηνών

Γράφτηκε από  Σάντρα Κωνσταντή

Η ιστορία μιας Αθήνας, κοινωνικά άνισα κατανεμημένης, με απατεωνίσκους- απάχηδες στα περίχωρα και εύκολα θύματα της ματαιοδοξίας τους- αριστοκράτες του Κολωνακίου, ζωντανεύει στη διάσημη οπερέτα Οι Απάχηδες των Αθηνών. ‹‹Λαός, Κολωνάκι, Ξύλο›› ενημερώνει ο Καρούμπας τους θαμώνες του καφενείου και όλα ξεκινούν μια εργατική Πρωτομαγιά.

Η Ελλάδα, αυτοπροσδιοριζόμενη μέσα από τα δικά της, πάντα, σταθμά αλλά και φανερά επηρεασμένη από τον ευρωπαϊκό αέρα, δημιουργεί στις αρχές της δεκαετίας του 1900 ένα νέο θεατρικό είδος, το μελοδραμάτιον ή αλλιώς την αθηναϊκή οπερέτα, όπως επικράτησε ο όρος. Το κοινό, έχοντας συστηθεί ήδη στη γαλλική εκδοχή της το 1871, υποδέχεται ένθερμα το 1908 ένα πολυποίκιλο θέαμα πρόζας, μουσικής και χορού προσαρμοσμένο αυτή τη φορά στα ελληνικά δεδομένα δια χειρός του αρχιμουσικού Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Η αρχή έχει μόλις γίνει και η τεράστια επιτυχία του είδους έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία αποκλειστικά οπερετικού θιάσου. Μέχρι τη δεκαετία του '30 τα καθημερινά ζωτικά ή ανάλαφρα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, η σάτιρα, οι δημιουργικές μουσικές εμπνεύσεις, οι άριες και τα μπαλέτα βρίσκουν θέση και έκφραση στη μικρή όπερα. Μια ολόκληρη αστική ιστορία εγκολπώνεται το θεατρικό αυτό είδος το οποίο, λόγω της μεγάλης του απήχησης, συνιστά ένα μέσο διερεύνησης των συνειδήσεων και της κουλτούρας μιας κοινωνίας.

2

Πετυχημένο θεατρικό κίνημα πια, η ελληνική οπερέτα επηρεάζει λίγο αργότερα και τις υπόλοιπες εκφάνσεις του θεάματος, θέτοντας τις βάσεις της έβδομης τέχνης. Οι Απάχηδες των Αθηνών μεταφέρονται το 1930 ακόμη και στον κινηματογράφο. Οι θεατές απολαμβάνουν τη βουβή ταινία υπό τους ήχους ενός γραμμοφώνου. Το ελληνικό σινεμά είναι πλέον γεγονός και οφείλει την απαρχή του στους απάχηδες που ανακηρύσσονται η πρώτη ελληνική ταινία με ήχο.

Η περίοδος του μεσοπολέμου που ακολουθεί δε συνταιριάζει με τον εύθυμο χαρακτήρα της οπερέτας η οποία φθίνει, έχοντας ωστόσο σημαδέψει δύο γενιές.

Στις αρχές του 2000, η Εθνική Λυρική Σκηνή και η Νέα Σκηνή της Λυρικής στο θέατρο Ακροπόλ ανέλαβαν να παρουσιάζουν αυτά τα κομμάτια της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Εναρκτήριο έργο τους οι Απάχηδες των Αθηνών το 1985, επιλογή που μαρτυρά την εξέχουσα θέση που κατέχει η συγκεκριμένη οπερέτα στο θεατρικό στερέωμα αλλά και στις καρδιές των θεατών.

8

Αυτό το χρόνο είναι πράγματι αξιοσημείωτη η επιλογή να ανέβει (στο θέατρο Κνωσός με παραγωγή της Artspot) μια ελληνική οπερέτα και συγκεκριμένα η γνωστή οπερέτα Οι Απάχηδες των Αθηνών του Νίκου Χατζηαποστόλου (μουσική) και Γιάννη Πρινέα (κείμενο). Ο Γιώργος Ρεμούνδος διασκευάζει και πάλι το λιμπρέτο και σκηνοθετεί τη νέα παραγωγή. Ο Κώστας Δρακάκης έχει αναλάβει την νέας ενορχήστρωση της πασίγνωστης μουσικής. Αν και δύσκολο εγχείρημα λόγω των πολλών θεατρικών συστατικών από τα οποία απαρτίζεται η οπερέτα, πρόκειται για μια άρτια και αξιόλογη δουλειά. Η ορχηστρική μουσική, οι ερμηνείες, οι φωνές, το μπαλέτο, τίποτα δε διαφεύγει της προσοχής και της φροντίδας της παραγωγής. Το κείμενο δυνατό, με συνεχή ροή κερδίζει και επιτυγχάνει να εισάγει το κοινό στο κλίμα της εποχής με τα αστεία και τις έξυπνες ατάκες του, ενώ ταυτόχρονα η μουσική κατορθώνει να συγκινήσει όχι μόνο με την επιτυχημένη ενορχήστρωσή της αλλά και με τις άριες, τα ντουέτα, το φωνητικό ''τάλαντο'' των ηθοποιών. Με πολύ φρέσκια ματιά ιδωμένα, τα σκηνικά συνδέουν την τότε με την τώρα εποχή μη παραγνωρίζοντας το γεγονός πως η τεχνολογία προχωρά και βρίσκεται πάντα στην υπηρεσία της τέχνης και της όσο το δυνατόν πιστής αναπαράστασης των εικόνων και των συναισθημάτων.

3

Αυτό που ξεχωρίζει στο συγκεκριμένο έργο και το καθιστά μοναδικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον για το θεατή είναι η ηθογραφία του. Οι δυνατοί χαρακτήρες, τα κοστούμια, τα αξεσουάρ, τα χτενίσματα, ο τρόπος ομιλίας και οι επιλογές τους αποτελούν πηγή ανίχνευσης ηθών και φιλοσοφίας ζωής στην Αθήνα του '20. Το κοινωνικό χάσμα που παραμένει τελικά αγεφύρωτο, η ηθική των φτωχών μπροστά στην ευκολία των πλουσίων, η νοοτροπία "μια ζωή την έχουμε", "το χρήμα δεν το λογαριάζω" των κοινωνικά αδύνατων, η αλληλεγγύη τους, ο ρομαντικός έρωτας και τα κουτσαβάκια οδηγούν το θεατή σε μια πλήρη, μέσω όλων των αισθήσεων, οπτικοποίηση της παλιάς Αθήνας, η οποία μπορεί να διασκεδάσει ή (για τους σκληροπυρηνικούς) να καταλήξει σε άσχημες σκέψεις και κοινωνικοπολιτικά συμπεράσματα.

Οι Απάχηδες των Αθηνών έχουν αξία ως ιστορικό τεκμήριο τόσο εξωκειμενικά όσο και ενδοκειμενικά, αλλά παράλληλα διασκεδάζουν μεταφέροντας το θεατή στα παλιά με μια στάλα από το σήμερα.

Highlights της παράστασης:
Τα σκηνικά ως εισαγωγή στην πρώτη πράξη, η θεία της Τιτίκας με την πληθωρική και όχι μόνο προσωπικότητα, η σκηνή του πρίγκιπα να σκορπά τα χρήματα που πήρε ως προκαταβολή, ο εμβόλιμος χορός που είναι πραγματικά εντυπωσιακός και το έμμετρο κείμενο του ποδονίφτη στην τρίτη πράξη.