Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012 16:49

Αρλέτα: "Απλώς μία κιθαρωδός και ολίγον τι ζωγράφος, που μένει στην πλατεία Κυψέλης"

Γράφτηκε από την 

Ένα νησί μέσα στην πόλη. Η Αρλέτα δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Αγαπημένη καλλιτέχνης και απέριττος άνθρωπος, ανήσυχο πνεύμα και σπάνιο ταλέντο. Μας καλωσόρισε στο σπίτι της, μας φίλεψε, μας άνοιξε την καρδιά της. Μας εντυπωσίασε με την δύναμη της σκέψης της και την ειλικρίνεια της έκφρασής της. Παρακάτω ακολουθεί η συνέντευξη που μας παραχώρησε και γι'αυτό (και όχι μόνο) την ευχαριστούμε θερμά!


-Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη μουσική;

Δεν είμαι μουσικός, απλά «παίζω τραγούδια». Πράγμα που συνέβη τελείως τυχαία, δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου ποτέ. Αλλά όταν συνέβη 'με πήρε και με σήκωσε'. Υπεύθυνος γι' αυτό ήταν ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Αυτός φταίει δεν φταίω εγώ. Εγώ μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και έμεινα από αφηρημάδα. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

-Η οικογένειά σας τι ρόλο έπαιξε σε αυτό;

Η οικογένειά μου δεν είχε παίξει κάποιο ρόλο στην ενασχόλησή μου με το τραγούδι. Ο πατέρας μου ήταν πολύ υπέρ, από αυτόν έμαθα να τραγουδώ. Ήταν γιατρός αλλά και πάρα πολύ ωραίος τραγουδιστής.  Η μητέρα μου ποτέ δεν μου το συγχώρεσε. Ήθελε να σπουδάσω κάτι πιο «θετικό». Οποιοδήποτε πανεπιστήμιο εκτός της σχολής Καλών Τεχνών ή του τραγουδιού.  Ειδικά για το τραγούδι δεν ήταν καθόλου υπέρ.

-Τα παιδικά σας χρόνια;

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πάρα πολύ καλά. Έχω μεγαλώσει και έχω ζήσει ολόκληρη την ζωή μου στο «τρίγωνο του θανάτου». Μεγάλωσα στην Αγίου Κωνσταντίνου, μέχρι δώδεκα χρονών, μετά πήγα στα Εξάρχεια όπου έμεινα για όλη μου τη ζωή, μέχρι που μετακόμισα στο «κοσμικόν προάστιον της Κυψέλης», περίπου πέντε χρόνια πριν. Ο λόγος που μετακόμισα ήταν κατ' ανάγκην, γιατί το σπίτι απ' όπου μετακόμισα δεν άντεχε άλλο. Έπρεπε να επισκευαστεί και δεν γινόταν και έτσι «πήρα των ομματιών μου» και ήρθα εδώ.  Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή στο κέντρο της Αθήνας και είμαι έξω φρενών, όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν ζήσει στο κέντρο και θεωρούν τους εαυτούς τους Αθηναίους, γιατί εγώ είμαι Αθηναία και δη Εξαρχειώτισσα, είτε μου αρέσει είτε δεν μου αρέσει. Η Αθήνα είναι το καταφύγιο όλης της Ελλάδας. Το οποίο κινδυνεύει να τελειώσει, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.



Αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα, έχει συμβεί σε όλες τις μεγαλουπόλεις. Υποβαθμίζουν μια περιοχή, με σκοπό να την αγοράσουν φτηνά. Τα πάντα είναι για τον λουφέ. Τίποτα δεν συμβαίνει αυτή την εποχή που να μην αφορά το χρήμα. Ούτε παιδιά γεννιούνται, ούτε άνθρωποι παντρεύονται, χωρίς να υπολογίζονται σε χρήμα. Οι λιγοστές εξαιρέσεις ας με συγχωρήσουν.

Η Αθήνα όταν γεννήθηκα εγώ, ήταν μια πάρα πολύ όμορφη πόλη. Με εξαιρετικό κλίμα. Εδώ έρχονταν άρρωστοι άνθρωποι για να βρουν την υγειά τους. Ο πατέρας μου ήταν φυματιολόγος και τα ξέρω από αυτόν. Το κοσμικό -όντως-  προάστιο της Πεντέλης είχε γίνει από φυματικούς. Είχε πολύ ήπιο χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι παρόλο που έκανε ζέστη, φυσούσε το απόγευμα το θαλασσινό αεράκι και δρόσιζε. Τώρα το αεράκι δεν έρχεται ως εδώ, έχει αποκλειστεί. Εξακολουθώ όμως να αγαπώ το κλίμα της Αθήνας, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς ήλιο. Έχω ζήσει έξω κάποια διαστήματα και θα μπορούσα να το ξανακάνω, αλλά μου είναι/ήταν αδύνατον να διανοηθώ ότι θα πάω να ζήσω σε μια πόλη ή χώρα όπου δεν έχει ήλιο. Έχω μείνει για μικρά διαστήματα στο Παρίσι, πιο πολύ στο Λονδίνο και πολύ λίγο στο Άμστερνταμ. Η οποία πόλη του Άμστερνταμ είναι πάρα πολύ ωραία, αλλά είναι παντελώς βρεγμένη, δεν στεγνώνει ποτέ. Αυτό φτάνει για να με «διαλύσει». Είναι πάρα πολύ ωραίες πόλεις, πολύ οργανωμένες... τους τις χαρίζω. Δεν είμαι ούτε κάγκελο, ούτε τσιμέντο, ούτε υπόγειος σιδηρόδρομος. Είμαι άνθρωπος. Ο άνθρωπος λοιπόν, θέλει ήλιο για να ζήσει. Μπορεί να ήταν σύμπτωση, αλλά όλοι οι φίλοι μου που πήγανε για σπουδές ή έστω για ένα διάστημα στο εξωτερικό, σε πόλεις της Ευρώπης, γυρίσανε άρρωστοι. Τώρα βέβαια έχουμε γίνει και εμείς έτσι, γιατί γίναμε Ευρωπαίοι... Εκεί εκτός από τον ήλιο λείπει και η ανθρώπινη ζεστασιά, που ναι μεν σε ορισμένους ανθρώπους υπάρχει, αλλά σε πολύ λιγότερους απ' ότι εδώ. Δηλαδή ο τρόπος τους είναι πολύ πιο εγκεφαλικός και οργανωμένος. Και πολύ καλά κάνουν, απόδειξη αυτού είναι ότι 'μας έχουν βάλει κάτω και μας βαράνε'. Από τότε που ιδρύθηκε το Ελληνικό κράτος, μας βαράνε.

Έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο του 1972, από μια έκθεση του Ονορέ Ντωμιέ, ο οποίος ίσως είναι ο σημαντικότερος γελοιογράφος-λιθογράφος όλων των εποχών, κατά τη γνώμη μου.  Η πρώτη λιθογραφία αφορούσε την Ελλάδα του 1850, όταν είχε πάρει δάνειο από την Αγγλία.  Αν την δεις θα καταλάβεις περί τίνος πρόκειται. Είναι ένας τυπικός Άγγλος της εποχής με το «λοφίο» του, με ένα περίστροφο και με ένα χαρτί που γράφει 'ο λογαριασμός'. Από την άλλη είναι τρεις ταλαίπωροι Έλληνες με τις βράκες και τα φέσια τους. Τους λέει έχετε περιθώριο 24 ώρες να αποπληρώσετε το «δάνειο» με τόκο 12%. Στο λογαριασμό το αρχικό κεφάλαιο είναι ένα εκατομμύριο, ενώ με όλες τις προσαυξήσεις κλπ φτάνει τα τέσσερα εκατομμύρια. Αυτό που έχει μεγάλη πλάκα όμως είναι, ότι το τελευταίο ποσό είναι για αγορά πιστολιών. Αυτός λοιπόν είναι ένας 'πολύ ωραίος τρόπος' για μια χώρα να πάρει πίσω τα χρωστούμενα από μια 'φίλη' χώρα, λέει η γελοιογραφία του Ντωμιέ...

honoredaumier

Θα μου πείτε, εμείς δεν φταίμε; Δεν έχω καμία αντίρρηση ότι φταίμε. Αλλά ας καθίσει κανείς να εξετάσει πραγματικά τις λεπτομέρειες και όχι επιπόλαια όπως κατά κανόνα κάνουν, σχεδόν όλοι, ακόμα κι αυτοί που δεν θα έπρεπε. Τι περιθώρια έχουν δοθεί στην Ελλάδα; Πόσα περιθώρια έχουν δοθεί σε όλες τις βορειο-ευρωπαϊκές χώρες; Οι οποίες σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους 500 χρόνια, για να φτάσουν σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο(;)

Είμαι αρκετά μεγάλη για να θυμάμαι πώς ήταν η Αθήνα και η Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Ούτε οι φωτογραφίες ούτε τα φιλμ δείχνουν πραγματικά την κατάσταση. Εγώ που έχω μεγαλώσει στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο ήταν πολύ χτυπημένο μετά τα Δεκεμβριανά, έχω κρατήσει τις εικόνες στα μάτια μου. Θα πρέπει κάποιος κάποια στιγμή να κάτσει να καταγράψει αυτά τα γεγονότα. Όχι με άκρατο συναισθηματισμό, αλλά με υπευθυνότητα.

-Βρέθηκαν τα αρχεία των γερμανικών αποζημιώσεων...

Και κάποιοι θα πουν «περσινά ξινά σταφύλια». Δεν είναι έτσι όμως, οι Γερμανοί μας χρωστάνε κάπου ένα τρις ευρώ. Το πρώτο δάνειο που πήραμε από τους Άγγλους, ήταν ένα εκατομμύριο και μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα είχαν μείνει 400.000, γιατί τις 600.000 τις είχανε 'φάει' ήδη.  Το φαγοπότι είναι πολύ παλιά ιστορία. Δυστυχώς δεν δόθηκε ευκαιρία στην παιδεία μας. Αν και πολλοί μάθανε γράμματα, παιδεία δεν απόκτησαν ποτέ. Είμαστε δηλ. τελείως απαίδευτοι.

-Η σημερινή επίσημη παιδεία πώς συνέβαλε σε αυτό;

Η κυρία Διαμαντοπούλου είχε δηλώσει ότι τα Αγγλικά έπρεπε να γίνουν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Αυτό εγώ δεν το ξεχνώ. Για πολλά παιδιά κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται πάρα πολύ ωραίο, γιατί πιο πολύ τους διευκολύνουν τα αγγλικά παρά τα ελληνικά, αφού είναι δύσκολη και δύσχρηστη γλώσσα. Είναι όμως η μόνη γλώσσα που ομιλείται χωρίς διακοπή επί 5.000 χρόνια. Μια γλώσσα που κατάφερε να επιβιώσει μετά από 400 χρόνια υποδούλωσης, χωρίς επίσημη και καθολική παιδεία, που κατάφερε σε τρεις γενιές να βγάλει δύο νομπελίστες ποιητές κοκ.

Αυτά που ακούω ώρες ώρες, δεν ακούγονται. Δηλ. λέω, ακούν τα αυτάκια μου καλά; Αν και έχω εξαιρετική ακοή...

-Είμαστε μια 'υπερρεαλιστική' χώρα...

Είμαστε μια χώρα που δεν έχει καταλάβει, ότι αυτός ο τόπος δεν είναι κατακτημένος, αλλά η πατρίδα μας. Έχουμε καταφέρει να κάνουμε την έννοια της πατρίδας, τοπικιστική και πατριδο-καπηλική. Εγώ αγαπάω αυτόν τον τόπο, όπως είναι. Με τα πουρνάρια, τις ελιές, τη θάλασσα και πολλούς απ' τους ανθρώπους του. Όποιος τολμά να πει ότι είναι πατριώτης, 'βαφτίζεται' από κάποιους φασίστας. Έχω ένα φίλο μουσικό, από τα πιο ήσυχα πλάσματα που έχω γνωρίσει. Μένει κάπου κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Δεν μπορεί να φύγει ο άνθρωπος, δεν έχει άλλο σπίτι. Και κάποια στιγμή μου είπε ότι 'αν ποτέ μάθεις ότι έκανα φόνο, να ξέρεις ότι είναι αλήθεια'... Εδώ δεν μπορούμε να βγούμε από το σπίτι μας. Εγώ θυμάμαι γυρνούσα μόνη μου από την Πλάκα τέσσερις η ώρα το πρωί, χωρίς κανένα πρόβλημα. Δεν φοβόμουν τίποτα.  Το πολύ πολύ να συναντούσες κανέναν μεθυσμένο στο δρόμο. Δηλ. η Αθήνα ήταν μια πάρα πολύ ήμερη και γλυκιά πόλη και οι άνθρωποι της ήταν πολύ ευπροσήγοροι.

-Όλοι ψάχνουν να βρουν εχθρούς...

Τώρα θέλει ο ένας να δαγκώσει το καρύδι του άλλου. Το είχα προβλέψει δυστυχώς πριν είκοσι χρόνια. Τώρα όλοι κοιτάνε να τα ρίξουν στους άλλους. Αν κάτι θα συμβούλευα τους νέους, είναι να κοιτάξουν να γίνουν καλύτεροι από εμάς. Αλλιώς ας μην μιλούν ούτε αυτοί. Ακριβώς αυτό που έλεγε ο Βάρναλης: Αχ, πού 'σαι νιότη, που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος! Σαφέστατα έχουμε πρόβλημα παιδείας. Βγαίνει ο καθένας λέει μια αρλούμπα και όμως υπάρχουν άνθρωποι που θα τον υποστηρίξουν.

-Και άλλοι ψάχνουν να βρουν σωτήρες...

Μόνο ένας είναι ο σωτήρας του καθενός, ο εαυτός του.



-Εκτός  των άλλων έχετε τελειώσει την Καλών Τεχνών, είστε ζωγράφος...

Ναι είμαι ζωγράφος και το κυριότερο όλων είναι ότι είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς δασκάλους. Όταν τους σκέφτομαι, κρατιέμαι. Τους χρωστάω πάρα πολλά. Είχα μια καθηγήτρια στο γυμνάσιο, η σημαντικότερη θεωρώ απ' όλους τα δασκάλους μου, μια καταπληκτική περίπτωση ανθρώπου και εκπαιδευτικού, Αντιγόνη Στρεψιάδη ήταν το όνομά της. Η οποία με έμαθε κάτι το οποίο θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή. Μου έφτιαξε μια 'γέφυρα' ανάμεσα στον παλιό και στον καινούριο κόσμο, χωρίς να δίνει περισσότερο βάρος ούτε στον έναν ούτε στον άλλον. Ισορρόπησε το κενό (το πολιτισμικό χάσμα) που έχουμε οι περισσότεροι Έλληνες. Δηλ. που είτε θαυμάζουμε τους αρχαίους ημών προγόνους και περιφρονούμε το σήμερα, είτε το αντίθετο. Το έκανε με έναν πάρα πολύ απλό τρόπο, χωρίς κόπο, ζόρι και καταναγκασμό. Ήταν πραγματική εκπαιδευτικός, όπως θα έπρεπε να είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί . Ήταν ότι καλύτερο συνέβη στη ζωή μου. Η δεύτερη περίπτωση εκπαιδευτικού ήταν ο  Πάνος Σαραφιανός, με τον οποίο έκανα φροντιστήριο και ο οποίος ουσιαστικά με έμαθε πολύ καλό σχέδιο. Στη σχολή είχα δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, ο οποίος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος και θαυμάσιος δάσκαλος. Τότε αρρώστησα για πρώτη φορά στη ζωή μου και χρειαζόμουν πιο πολύ τον άνθρωπο, παρά τον δάσκαλο. Είχα δάσκαλο τον Παντελή Πρεβελάκη, που μόνο να τον άκουγες να μιλάει ήταν αρκετό (γέλια). Ήταν Κρητικός ο οποίος είχε ζήσει σχεδόν όλη του τη ζωή στο Παρίσι. Διατηρούσε μια βαριά κρητική προφορά και στα γαλλικά και στα ελληνικά και δεν έχασε τίποτα από την Κρητικοσύνη του αν και έζησε στη Γαλλία. Και είναι κάποιοι οι οποίοι μένουν για ένα μήνα στο εξωτερικό και αφού γυρνάνε μπερδεύουν  τα ελληνικά. Έχω μια φίλη που ζει από 18 ετών στην Αμερική, είναι καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο και τώρα είναι σχεδόν 70 ετών. Ε λοιπόν δεν της ξεφεύγει ούτε μια λέξη όταν μιλάει ελληνικά. Κάθε τρεις λέξεις πετάμε και μια αγγλικούρα η οποία δεν χρειάζεται. Είναι το ίδιο με τα greeklish. Τα οποία κάποτε χρησίμευαν, όταν πρωτοβγήκαν οι υπολογιστές και δεν ήταν όλες οι γλώσσες διαθέσιμες. Το θέμα όμως είναι ότι τώρα μπορείς να βάλεις ότι γλώσσα θέλεις, μέχρι σουαχίλι. Αλλά τα παιδιά επιμένουν να γράφουν στα greeklish, γιατί τα οκτώ στα δέκα, δεν ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.  Αν ξαναβγεί η κα Διαμαντοπούλου Υπουργός Παιδείας  - ποτέ δεν ξέρεις, όλα μπορεί να συμβούν σε αυτόν τον τόπο- ας φέρει επιτέλους τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα στα σχολεία, να ησυχάσουμε από αυτή τη φοβερή γλώσσα (τα ελληνικά)...

Έχω κάνει δύο εκθέσεις, αλλά κυρίως σχεδιάζω. Έχω φιλοτεχνήσει εξώφυλλα δίσκων μου, έχω βγάλει κι ένα βιβλίο. Λέγεται Από πού πάνε για την Άνοιξη και περιλαμβάνει τραγούδια, ποιήματα, κείμενα και σχέδια (εκδόσεις Καστανιώτη). Έχει βγει πολλά χρόνια, αλλά δεν έγινε γνωστό. Όταν με ρωτάνε γιατί, φέρνω το εξής παράδειγμα: Το αυγό της χήνας έχει την ίδια θρεπτική αξία με το αυγό της κότας, αλλά είναι πιο μεγάλο. Το αυγό της κότας έχει επικρατήσει. Ξέρετε γιατί; Γιατί η κότα όταν κάνει το αυγό κακαρίζει, χαλάει τον κόσμο, ενώ η χήνα το κάνει και φεύγει (γέλια).

arleta vivlioκαιπάλιχαίρετε

Ήμουν τυχερή, που μου έδωσε ο θεός ευκολίες, άλλοι ίσως να τα λένε ταλέντα. Δύο πράγματα είχα ανακαλύψει ότι διαθέτω από μικρή και σκέφτηκα ότι θέλω να κρατήσουν όσο ζω. Γιατί ότι και να έχεις, αν το σπαταλήσεις 'σώνεται.'  Και προσπαθώ να χειρίζομαι ότι διαθέτω, έτσι ώστε να διατηρηθούν όσο καλύτερα γίνεται. Το άλλο πρόβλημα με εμένα είναι ότι είμαι πάρα πολύ τεμπέλα. Νομίζω πως αν γινόταν διαγωνισμός θα έπαιρνα το πρώτο βραβείο στην ακαταστασία και την τεμπελιά (γέλια).  Πρέπει να είναι 'διανοητικό' το πρόβλημα της ακαταστασίας μου. Μόνο μέσα σε πέντε λεπτά, καταφέρνω να κάνω ένα ντουλάπι «σκορποχώρι». Στο μόνο που είμαι σχετικά τακτική είναι στα σχέδιά μου και στα εργαλεία της δουλειάς μου. Είναι σαν να ζω σε ορυχείο. Ανακαλύπτω πράγματα που μάλλον είναι δικά μου, αλλά δεν θυμάμαι πώς βρέθηκαν εκεί. Δεν το κάνω όμως επίτηδες, τίποτα από αυτά που κάνω δεν προκύπτει από προμελέτη, ποτέ.

-Ας μιλήσουμε λίγο για το τραγούδι. Ποια από τα τραγούδια σας είναι πιο σημαντικά για εσάς;

Έχω βγάλει τρία «σουξέ» (το Μια φορά θυμάμαι, τη Σερενάτα κ' το Μπαρ το Ναυάγιο). Τα οποία συμβαίνει να είναι σουξέ και επιτυχίες συγχρόνως. Αν θες να πας 'μπροστά', πρέπει να έχεις μόνο αυτή την αίσθηση. Εγώ πάλι δεν έχω καμία αίσθηση του σουξέ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τα τραγούδια που αγαπώ, είτε δικά μου είτε ξένα, να κρατάνε στο χρόνο.  Σαν να έχουν σταματήσει τον χρόνο, έστω για μια στιγμούλα. Ένας καλλιτέχνης αυτό επιδιώκει συνήθως, ότι και να κάνει. Τη ζωή μου τη μετράω, σαν τα πετραδάκια του Κοντορεβιθούλη, με τραγούδια και με σχέδια. Μπορώ να πάω και να έρθω όποτε θέλω. Δεν με ενδιαφέρει η υστεροφημία μου καθόλου και δεν ζητάω τίποτα. Δεν είμαι φιλόδοξος άνθρωπος, με την στενή έννοια του καριερίστα. Ίσως και να είμαι υπερβολικά αφελής για αυτόν τον 'χώρο'. Για κανένα χώρο δεν κάνω. Θεωρώ τον εαυτό μου ανεπάγγελτο. Μπορούν μάλιστα να έρθουν να με συλλάβουν αν θέλουν, ως ανεπάγγελτη. Είμαι ερασιτέχνης, υπό την έννοια ότι αγαπάω την τέχνη και είναι το μόνο πράγμα που με συμφιλιώνει με τους ανθρώπους. Όμως μέσα από την τέχνη μου έχω επιβιώσει. Υπό αυτή την έννοια είμαι επαγγελματίας. Χωρίς να κυνηγάω τη φήμη ή το χρήμα, αλλά ούτε και αυτά εμένα. Έχουμε πάρει διαζύγιο αυτά κι εγώ. Είμαι πολύ ευχαριστημένη, αλλά έχω ζήσει μια δύσκολη ζωή. Μπορεί άλλοι να έχουν ζήσει δυσκολότερα από εμένα και κάποιοι να λένε ότι η ζωή μου ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, αλλά δεν ήτανε. Έχω αρρωστήσει πολλές φορές και κάποιες πολύ σοβαρά. Αλλά είμαι ευλογημένη πιστεύω, γιατί το να ξέρεις τι θες να κάνεις από παιδάκι, όπως ήξερα εγώ, είναι πάρα πολύ σημαντικό.  Είχα πολύ καλά παιδικά χρόνια και πολύ καλούς γονείς, που δεν με εμπόδισαν ποτέ να κάνω αυτό που θέλω. 'Είμαστε τα παιδικά μας χρόνια', είπε κάποιος ποιητής.



-Να σας ρωτήσω για τα μη «σουξέ» σας; Λόγω προσωπικών εμπειριών έχω ξεχωρίσει 'Τα ήσυχα βράδια',  έχετε να μας πείτε κάποια ιστορία που να αφορά το τραγούδι αυτό;

"Τα ήσυχα βράδια" δεν έγιναν ποτέ σουξέ. Τα τραγούδησαν και «επίσημοι» καλλιτέχνες, γιατί εγώ σε όλη μου τη ζωή είμαι ανεπίσημη καλλιτέχνης και όσες προσπάθησα να φερθώ ως επίσημη 'έφαγα τα μούτρα μου'. Όταν πρωτοβγήκε λοιπόν αυτό το τραγούδι, αγαπήθηκε πάρα πολύ, από αυτούς που καταλάβαιναν, αλλά έγινε «σουξέ» δέκα χρόνια μετά. Πολλά από τα τραγούδια μου είχαν αυτή την τύχη. Ακούει ο κόσμος τραγούδια είκοσι ετών και μου λένε 'τι ωραίο το καινούριο τραγούδι'. Είπα κάποτε ότι μπορεί να μην μπορώ να γεμίσω ένα στάδιο, αλλά θα μπορούσα να είχα κάνει θρησκεία. Ακούγεται πολύ βαρύ κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει κόσμος που σε όλη μου τη ζωή είναι μαζί μου. Και τους είμαι ευγνώμων. Δεν το ήξερα, το κατάλαβα την τελευταία φορά που αρρώστησα. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι είναι πάρα πολύ νέοι άνθρωποι, αν και εγώ είμαι πάρα πολύ μεγάλη πια. Με «κόλλησε στον τοίχο» μια κοπελίτσα πριν λίγο καιρό, όταν σε μια επαρχιακή πόλη που έκανα μια παράσταση,  ήρθε με μια παρέα παιδιών να με δουν. Μέσα σε αυτά ήταν και η κοπελίτσα, πολύ μοντέρνα, με σκουλαρίκια παντού, βαμμένη, με τα φρου φρου της κλπ Η οποία με πλησίασε κουνιστή και λυγιστή, την κοίταξα καλά καλά, πάνω από 16 χρονών δεν ήτανε, και της είπα 'Εσύ βρε μαναράκι μου τι θες εδώ πέρα; Εγώ είμαι γιαγιά σου'. Γυρνάει και μου λέει, ρίχνοντάς μου μια φαρμακερή ματιά: 'Είστε το μόνο πράγμα για το οποίο δεν διαφωνώ με την μαμά μου' (γέλια).

"Τα ήσυχα βράδια" είναι του Λάκη Παπαδόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή. Σαφέστατα και το θεωρώ δικό μου τραγούδι, όχι με την έννοια της ιδιοκτησίας, αλλά με την έννοια της συγγένειας και της σχέσης που έχω μαζί του. Δεν έχω τραγουδήσει ποτέ μου τραγούδι, το οποίο δεν μου άρεσε.  Έχω κάνει μηδέν εκπτώσεις. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό αυτό που λέω, αλλά δεν είναι. Δεν έχω κάνει ποτέ κάτι το οποίο δεν ένιωθα ή δεν ενέκρινα. Αυτό το θεωρώ ευλογία. Ήμουν εξαιρετικά λιτή στον τρόπο που ζούσα και από πολύ μικρή κατάλαβα ότι όσο πιο πολλές ανάγκες δημιουργώ, τόσο λιγότερο ελεύθερη είμαι.



-Μια ιστορία για το τραγούδι σας «ο Λύκος»;

«Ο Λύκος» είναι προϊόν του παλιού μου σπιτιού. Το οποίο βρισκόταν Δεληγιάννη και Τσαμαδού. Στον περίφημο «πρεζόδρομο» των Εξαρχείων.  Ακόμα δεν είχε πεζοδρομηθεί ολόκληρος ο «πρεζόδρομος». Είχε πεζοδρομηθεί από την πλατεία μέχρι την Τοσίτσα. Το σπίτι μου ήταν στον πρώτο όροφο και είχε ένα μπαλκόνι στο οποίο, πότε χωρούσα και πότε δεν χωρούσα, ανάλογα με το αν ήμουνα φουσκωμένη ή ξεφούσκωτη. Εγώ είμαι σαν το ακορντεόν, ανοιγοκλείνω σε όλη μου τη ζωή. Τώρα τελευταία έχω ανοίξει λίγο παραπάνω, πάντα ελπίζω όμως ότι μπορεί να κλείσω και πάλι. Μια πολύ ωραία βραδιά λοιπόν, ήμουνα στο μπαλκόνι, χωρούσα εκείνη την εποχή, ώσπου είδα ένα κοριτσάκι να προχωράει στο δρόμο, φόραγε κόκκινα και κράταγε ένα καλαθάκι στο χέρι του. Και από πίσω του ερχόταν ένα άλλο πλάσμα, σαν σκύλος, σαν ξωτικό. Χαθήκαν και οι δύο προς στιγμήν και τότε άκουσα ένα φρικιαστικό ουρλιαχτό. Μετά από λίγο το κοριτσάκι ξαναγύρισε, μόνο που το καλαθάκι του φαινόταν πιο βαρύ. Τότε κατάλαβα ότι ακόμα κι εκεί μας λένε παραμύθια. Λοιπόν ο λύκος δεν την έφαγε ποτέ την κοκκινοσκουφίτσα, η κοκκινοσκουφίτσα τον κολάτσισε. Πήρε τα υπολείμματα του και τα πήγε στη γιαγιάκα της. Από 'κει ξεκίνησε "ο Λύκος". Αυτή την ιστορία δεν την λέω πια, γιατί μετά την έκαναν διαφήμιση. Μετά το πρώτο στιχάκι 'Είναι δώδεκα η ώρα, είναι  η ώρα των τρελών, κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω' έφαγα έναν ολόκληρο χρόνο για να βρω το υπόλοιπο και έγραψα κάπου μια πενηνταριά τετράστιχα για να μπορέσω να το βγάλω ολόκληρο. Γι' αυτό δεν γράφω πολλά τραγούδια, ξεκινάνε εύκολα και μετά για να τελειώσουν μου βγάζουν την ψυχή. 'Η σχιζοφρένεια' μου πήρε έντεκα χρόνια για να την τελειώσω. Ήταν μια φράση που δεν μου κόλλαγε. Ακόμα και τώρα υπάρχουν τραγούδια που τα έχω ηχογραφήσει, τα διορθώνω και μετά τα λέω διορθωμένα. Ο κόσμος μπορεί να μην το καταλαβαίνει, αλλά εγώ αισθάνομαι πολύ ωραία...



-Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τους συνεργάτες και φίλους σας;

Ήμουνα τυχερή και μάλιστα κακομαθημένη από αυτή την άποψη. Την πρώτη συνέντευξη μου την πήρε ο Γιώργος Πηλιχός, ο οποίος ασχολείτο κυρίως με την όπερα. Με κυνήγησε μια βδομάδα γιατί του άρεσε πολύ αυτό που έκανα, αλλά εγώ αρνιόμουν λέγοντάς του ότι δεν με ξέρει κανείς, άρα γιατί να ασχοληθεί (;) Ήταν πάρα πολύ ωραίος άνθρωπος και αμέσως μετά γίναμε φίλοι. Αν και είχε κυκλοφορήσει ο πρώτος μου δίσκος, ήμουν παντελώς άγνωστη και βρέθηκα με μια τετρασέλιδη συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, για την οποία καυγάδισε για να μπει.

Η Ρηνιώ Παπανικόλα με βοήθησε επίσης πάρα πολύ, επιμένοντας να πουλάει τους δίσκους μου.  Κατά κάποιο τρόπο, μου άνοιξε τον δρόμο. Εργαζόταν στον Ίκαρο, στο δισκογραφικό τμήμα. Ο Αλέκος Πατσιφάς (Lyra) έπαιξε επίσης πολύ σημαντικό ρόλο, σαν παραγωγός. Εμπιστεύτηκε ένα εντελώς άγνωστο και ελαφρώς μουρλό παιδί, όπως ήμουνα εγώ-με θεωρούσε την πιο αναιδή τραγουδίστρια που είχε περάσει ποτέ από τα χέρια του. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου έλεγε ότι ήμουν πολύ άγριο παιδί... Έβγαλα κατευθείαν μεγάλο δίσκο με πολύ καλά τραγούδια.  Ότι έγινε στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι ξεκίνησε από τον Πατσιφά και τον Τάκη Λαμπρόπουλο.  Κάποιος πρέπει να κάτσει κάποια στιγμή να κάνει μια έρευνα για αυτόν τον άνθρωπο (Πατσιφά).

-Αλέκος Πατσιφάς...

Ο Πατσιφάς επειδή ήταν γαλλομαθημένος (είχε σπουδάσει στη Γαλλία), είχε την ιδέα να μεταφράσει τον όρο nouvellevague και έτσι να δημιουργηθεί το νέο κύμα. Έφτιαξε μια καινούρια εταιρεία, αλλά δεν είχε χρήματα να προωθήσει γνωστούς καλλιτέχνες γι' αυτό και προώθησε νέους. Πριν από αυτό όμως, λίγοι ξέρουν ότι εκείνος πρωτοξεκίνησε τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και τόσους άλλους. Όπως και όλη σχεδόν την παλιά φουρνιά τραγουδιστών, όπως είναι ο Πάριος κλπ Είχε καταφέρει να συνδυάσει το εμπορικό με το ποιοτικό τραγούδι. Για μένα αυτό είναι το ιδανικό. Επειδή έχω συνηθίσει έτσι, τα τελευταία 25-30 χρόνια υπολειτουργώ.  Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αλλιώς τη δουλειά μου και να δέχομαι να κάνω ότι θέλουν οι άλλοι.  Βγαίνει κάτι από εμένα. Ο κόσμος μπορεί να ανταποκρίνεται ή να μην ανταποκρίνεται, δικαίωμά του. Δεν θα κοιτάξω να δω τι θες εσύ για να στο δώσω, γιατί τότε φοβάμαι πως σου κάνω ζημιά. Ο Αντρέ Ζιντ είχε πει 'Είναι καλύτερο να σε μισούν γι' αυτό που είσαι,  παρά να σε λατρεύουν γι' αυτό που δεν είσαι'.

-Λάκης Παπαδόπουλος...

Αν τραγουδάω ακόμα και σήμερα, φοβάμαι πως φταίει εκείνος. Σε πολλά σημεία είμαστε τα άκρα αντίθετα, σε άλλα όχι. Είναι πολύ ιδιόρρυθμη περίπτωση καλλιτέχνη, αλλά έχει μια γνησιότητα που ο κόσμος την καταλαβαίνει. Με τον Λάκη συναντηθήκαμε κάπου το 1984 αν δεν κάνω λάθος. Εγώ ξεκίνησα να τραγουδάω το '66, άρα ήταν περίπου είκοσι χρόνια μετά την  αφετηρία μου. Εκείνη την εποχή δεν ήθελα να συνεργάζομαι με κανέναν, αλλά εκείνος επέμεινε. Το πρώτο τραγούδι που μου πρότεινε ήταν το «Έρχεται κρύο».  Και εγώ ως γνήσιο ψάρι, το δάγκωσα το αγκίστρι και σέρνομαι ακόμα με τον Λάκη... Είναι πολύ έξυπνος και ταλαντούχος, αλλά και «χιματζής» με διάφορα στραβά που του τα περιμαζεύω όταν βρισκόμαστε. Κι αυτός για εμένα λέει ότι είμαι πολύ σοβαρή και κάτι τέτοια (γέλια). Παρόλο που είμαστε κόντρα, σεβόμαστε ο ένας τον άλλον. Ξεκίνησε και παραμένει ροκάς ενώ εγώ τραγουδώ μπαλάντες. Για κάποιον που ξέρει, όλο σχεδόν το δημοτικό τραγούδι, είναι μπαλάντες. Η μπαλάντα είναι ένα αφηγηματικό τραγούδι, μια ιστορία. Ο Λάκης λοιπόν, έχει γράψει μερικές από τις ωραιότερες  μπαλάντες  που έχουν υπάρξει (Τα ήσυχα βράδια, Σερενάτα κ.ά.) Άλλη μεγάλη ιστορία είναι η Μαριανίνα Κριεζή και οι στίχοι της...

-Γιώργης Χριστοδούλου...

Αυτός είναι γιός μου. Είμαι η μαμά του γενικώς. Όχι μόνο στο τραγούδι. Τον Γιώργη τον αισθάνομαι σαν παιδί μου. Δεν θα ήταν τυχερός αν όντως ήμουν η μαμά του, γιατί δε νομίζω ότι κάνω πολύ για μαμά, αλλά τον αγαπώ όπως ακριβώς θα αγαπούσα ένα παιδί μου. Τα παιδιά μου είναι ο Γιώργης και η Σάννυ Μπαλτζή. Όταν έχεις περάσει αυτά που έχω περάσει εγώ, μετράς τους ανθρώπους αλλιώς. Είχα ένα σκυλάκι, το οποίο αγαπούσα πάρα πολύ και το οποίο έφυγε «πλήρης ημερών» πριν από δύο χρόνια, έζησε ως τα 19. Όταν αρρώστησα, τον φρόντιζε μια φίλη μου, αλλά έπρεπε να φροντίζει και εμένα, ποιόν να πρωτοπρολάβει; Και έτσι τον ανέλαβαν η Σάννυ και ο Γιώργης. Παρόλο που η Σάννυ είχε το μικρό παιδί της να φροντίσει, τον κράτησε δυο μήνες.  Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου. Και μετά τον πήρε ο Γιώργης, που έμενε σε ένα σπίτι, όπου κανείς δεν ήθελε τον σκύλο. Τους αγνόησε και τον κράτησε έναν μήνα. Μετά έπρεπε να φύγει για λίγο και το σκυλάκι πήγε κάπου αλλού, όπου κόντεψε να πεθάνει. Γιατί το σκυλάκι ήθελε παρεούλα, δεν ήθελε μόνο φαί και νερό. Αυτό λοιπόν που έκαναν αυτά τα παιδιά για εμένα, ήταν πάρα πολύ σημαντικό.

Και τώρα που μιλάμε είναι το όγδοο θαύμα. Εμένα μου έσωσε τη ζωή ένας γιατρός, ένας νευροχειρουργός, ονόματι Βασίλης Σλαντινόπουλος. Από μια άποψη είναι μπαμπάς μου. Φέτος έσβησα κεράκια τεσσάρων χρονών (γέλια). Έχω πολλές ηλικίες εγώ. Νομίζω έχω τέσσερεις-πέντε.  Αλλά μία μου αρέσει. Θέλω να μείνω πέντε χρονών. Ήμουνα πολύ ωραία τότε. Μετά άρχισα να χαλάω. Ήμουνα πιο χαριτωμένη, πιο έξυπνη. Θυμάμαι πράγματα από ενάμιση έτους. Στο σπίτι που μεγάλωσα, έμενε μια οικογένεια, γνωστή αθηναϊκή, μάλιστα το ένα από τα μέλη της είναι πολιτικός. Μεγαλώσαμε μαζί, αυτοί από πάνω και εμείς από κάτω, η αδελφή μου κι εγώ. Κατεβαίνανε τα παιδιά και παίζαμε όλοι μαζί στην αυλή. Ήτανε τρία παιδιά, η μεγάλη αδελφή, το μεσαίο αγοράκι και το μικρό. Το τέταρτο δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Μια μέρα που κρατούσε η μαμά τους αγκαλιά το ένα παιδί και είχε το άλλο στο καρότσι, την χτύπησε ένα στρατιωτικό φορτηγό, σκότωσε το ένα παιδάκι, άφησε τη μητέρα σε κώμα για κάμποσο καιρό, ενώ το παιδάκι στο καρότσι γλίτωσε ως εκ θαύματος. Εγώ με το παιδάκι αυτό ήμουν φίλη, μάλιστα όταν άκουγα ότι τον έδερνε η αδελφή του ανέβαινα πάνω και έδερνα αυτήν (γέλια).  Σαράντα πέντε χρόνια μετά, έρχεται η κυρία αυτή με το μωρό εγγόνι της, επίσκεψη στο σπίτι μας, ήταν φίλες με τη μαμά μου. Βλέποντας την ομοιότητα του μωρού, με τον φίλο μου, το παιδάκι που χάθηκε τότε στο δυστύχημα, της το είπα. Και πράγματι αφού επέστρεψε στο σπίτι της, έψαξε και βρήκε μια φωτογραφία, όπου διαπίστωσε την καταπληκτική ομοιότητά τους.



-Έχετε φωτογραφική μνήμη...

Δεν ξέρω  πώς λέγεται αυτό που έχω, αυτό που ξέρω είναι ότι η αφηρημάδα μου είναι το κάτι άλλο. Είχαμε χάσει τα πάντα, τα πιάτα, τα κουτάλια, είχαμε βρει τα άπλυτα μες το ψυγείο, τα είχα τακτοποιήσει εγώ (γέλια). Η καημένη η αδερφή μου γύρναγε όλη μέρα γύρω γύρω ψάχνοντας, γιατί ήταν και η μάνα μου αφηρημένη...

-Ετοιμάζετε κάτι άλλο στο άμεσο μέλλον;

Έχω δυο-τρία πράγματα στο κεφάλι μου, αλλά είμαι πολύ αργόστροφη... Θέλω να κάνω μια έκθεση ακόμα, αλλά δεν ξέρω πότε θα τα καταφέρω. Θέλω να βγάλω ένα βιβλίο ακόμα, αλλά δεν ξέρω πότε θα το βγάλω. Θα κάνω μια συναυλία στον Βόλο αυτό το καλοκαίρι, μαζί με μια σχολική χορωδία. Ήταν κάτι, που ήθελα να κάνω. Να κλείσω μια παρένθεση. Ελπίζω να είμαι καλά ως τότε. Θα γίνει στις 13 Ιουνίου στο ανοιχτό δημοτικό θέατρο της πόλης.

-Τελευταία κυκλοφόρησε κι ένας δίσκος σας με αγγλόφωνα τραγούδια (2010)...

Είναι τραγούδια που είχαν ηχογραφηθεί το '76 μέσα σε μια ημέρα. Με μια – δυο κιθάρες και μια βάρδια στο στούντιο. Ο τίτλος του είναι «Demo». Είναι πολύ καλή ηχογράφηση και πολύ ωραία τραγούδια. Οι μουσικές είναι από το Ταξιδεύοντας και οι στίχοι είναι μιας φίλης Αγγλίδας - "Αγγλιδένιας", όχι Ελληνίδας που γράφει στίχους στα αγγλικά (Sasha Brewis).



-Τι κάνετε στον ελεύθερο χρόνο σας για να περνάτε ευχάριστα;

Ευτυχώς έχω έναν-δυο καλούς φίλους για παρέα. Ειδικά μια φίλη με πάει καμιά βόλτα πότε πότε και με παίρνει μαζί της το καλοκαίρι να κάνω μπάνια. Αν μπορούσα να είμαι μέσα στο νερό συνέχεια, θα ήμουν πολύ ευτυχισμένη (γέλια). Αγαπώ πάρα πολύ το νερό και τη θάλασσα.

Εκτός αυτού μου αρέσει πάρα πολύ να σχεδιάζω, να διαβάζω, να τραγουδάω (για εμένα). Το διάβασμα και η ζωγραφική, είναι από τα τελευταία πράγματα που θα με εγκαταλείψουν.

-Έχετε καθόλου απωθημένα ή όνειρα ανεκπλήρωτα;

Όχι δεν έχω κανένα απωθημένο, εκτός απ' το ότι θα ήθελα να έχω ένα σοφέρ να με πηγαίνει όπου θέλω με το αυτοκίνητο, γιατί δεν έμαθα ποτέ μου να οδηγώ. Και καλά έκανα δηλ. γιατί με την στραβωμάρα που έχω, δε νομίζω να γλίτωνα ούτε εγώ ούτε οι άλλοι. Επειδή όμως είμαι άνθρωπος με συναίσθηση, σταμάτησα την προσπάθεια. Μου λέγανε να στρίψω αριστερά και εγώ έστριβα δεξιά και το αντίστροφο. Εν πάση περιπτώσει, εγώ τελικά δεν αποπειράθηκα να οδηγήσω, οι άλλοι όμως που μπερδεύουν το δεξί με τ' αριστερό και όμως κυβερνούν την χώρα;



-Υπάρχει κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει;

Έχω μετανιώσει για κάποιες σχέσεις. Για κάποια δοσίματα που δεν θα 'πρεπε να είχα. Αλλά όταν γίνανε τα ήθελα και αισθανόμουνα εντάξει. Δεν θα ήθελα όμως να τα επαναλάβω, μιας και έχω την τάση του δις εξαμαρτείν. Δε νομίζω να τα ξανακάνω όμως, έχουν πια τελειώσει.



-Θα θέλατε να μας αφιερώσετε έναν επίκαιρο στίχο σας;

Η επικαιρότητα με πλήττει θανάσιμα. Όλοι για λεφτά μιλάνε. Εγώ δεν μπορώ να μιλάω για λεφτά, συγγνώμη. Βαριέμαι. Θα μου πεις, εσύ έχεις για να ζήσεις. Ναι έχω για να ζήσω, απλώς. Αλλά φρόντισα να ζήσω μια πολύ λιτή ζωή, την οποία επεδίωξα συνειδητά γιατί έτσι πιστεύω πως πρέπει να ζούνε οι άνθρωποι. Είναι η προσωπική μου φιλοσοφία.

Ένας στίχος για την εποχή μας είναι 'Αν θες ν' αγιάσεις πρέπει να αμαρτήσεις και αν προλάβεις, ας μετανοήσεις' Το Μπαρ το Ναυάγιο (γέλια).

-Για τα κοινωνικοπολιτικά ναυάγια τι έχετε να πείτε; Για την πρωτοφανή αυτοκτονία στο Σύνταγμα, για την οποία βούιξε ο τόπος;

Σαφέστατα όταν ένας άνθρωπος αυτοκτονεί, έχει χάσει τα μυαλά του. Δεν ξέρω για ποια αιτία, αλλά τα έχει χαμένα. Δεν μπορεί κάποιος να πάρει την ζωή του, εν ψυχρώ. Λυπάμαι για αυτούς τους ανθρώπους που άφησε πίσω του, για αυτούς που τον αγαπούσαν. Από εκεί και πέρα, εκείνοι που δίνουν τόσο μεγάλη δημοσιότητα σε ένα τέτοιο γεγονός, είναι εκ του πονηρού. Δεν δίνουνε δυάρα για τον άνθρωπο που σκοτώθηκε. Αυτή είναι η ταπεινή μου γνώμη. Εγώ απλά λέω συλλυπητήρια στους οικείους του, γιατί αυτοί είναι που πονάνε για αυτόν τον άνθρωπο και κανείς άλλος.

Κύμα αυτοκτονιών σε Ελλάδα και Ιταλία, αύξηση της ηπατίτιδας C, της φυματίωσης, της χολέρας, του AIDS κλπ  Όταν βρίσκουν αυτούς που νοικιάζουν αυτά τα 'σπίτια' για να μένουν εκεί μέσα άνθρωποι υπό άθλιες συνθήκες, τι τους κάνουνε; Δεν έχω δει κανέναν από αυτούς να τιμωρείται. Τα πατρικό μου σπίτι το είχαμε χτίσει εμείς. Τότε λοιπόν ήταν υποχρεωτικό να φτιάξεις καταφύγιο, το οποίο ήταν υπόγειο. Το μισό ήταν τυφλό, ενώ το άλλο μισό ήταν ενάμιση μέτρο υπέργειο, με παράθυρα απ' όπου έμπαινε άπλετος ήλιος. Αυτά λοιπόν είχανε προτείνει στην μητέρα μου να τα κάνει διαμερίσματα και να τα νοικιάζει. Η οποία μανούλα μου (Ναυσικά την έλεγαν) απάντησε ότι τα υπόγεια δεν είναι για να μένουν άνθρωποι.Η μάνα μου βέβαια ήταν αρχόντισσα. Αλλά δεν νομίζω ότι είπε αυτή την σωστή κουβέντα, επειδή ήταν "αρχόντισσα"...

-Ήταν άνθρωπος...

Αν κάνεις μια γύρα στην Κυψέλη, θα δεις ότι όχι μόνο δεν είναι υπόγεια, όχι δεν έχουν παράθυρα, αλλά μια σχάρα κάτω απ' το πεζοδρόμιο. Και εκεί μένουνε παιδιά. Και εγώ ερωτώ, αυτά τα παιδιά πώς θα γίνουν; Αν οι γονείς τους είναι εντάξει, γιατί πολλοί από αυτούς είναι καλοί και τα φροντίζουν τα παιδιά τους, θα βγουν κι αυτά εντάξει. Είναι όμως μέρος αυτό, για να μένει άνθρωπος; Στα τάρταρα; Γιατί, τι φταίνε; Επειδή ήρθαν εδώ κυνηγημένοι ή δεν είχανε να φάνε;

Η Αθήνα όταν γεννήθηκα είχε 550.000 ή 850.000 κατοίκους και αυτή τη στιγμή πλησιάζει τα έξι εκατομμύρια.  Και αυτό γιατί συνέρευσε στην Αθήνα όλη η επαρχία μετά τον εμφύλιο. Δεν μπορούσαν να κάτσουν στα χωριά τους οι άνθρωποι. Είχαν έρθει και δύο εκατομμύρια πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Οι πρόσφυγες όμως είχανε κουλτούρα και  πολιτισμό. Βοήθησαν πάρα πολύ στον εκπολιτισμό των Ελλήνων και το εννοώ αυτό. Απλώς μετά από λίγο πάθανε κι αυτοί την ίδια ασθένεια που έχουμε πάθει όλοι σε αυτόν τον τόπο, σαν χώρα σαν σύστημα. Ο πατέρας μου ήταν ένας γιατρός, που δεν έπαιρνε λεφτά. Ήταν νοσοκομειακός γιατρός. Δεν είχε πάρει στην ζωή του ούτε μια δεκάρα παραπάνω. Έκανε το λειτούργημα του.Είμαι πάρα πολύ περήφανη γι' αυτό.

-Η κρίση σήμερα τι ταυτότητα έχει;

Είναι κρίση παιδείας. Όταν λέω παιδεία, δεν εννοώ εκπαίδευση, ούτε διπλώματα. Έχω δει διπλωματούχους ηλίθιους, πάρα πολλούς. Εγκληματικά ηλίθιους, με θέσεις και διδακτορικά...

-Υπάρχουν συμπολίτες μας που παραπονιούνται, γιατί δεν υπάρχει πολιτισμός στην Ελλάδα...

Αυτά είναι μπαρμπούτσαλα! Πολιτισμός είναι πόσες φορές έρχεται η Μαντόνα στην Ελλάδα; Που εμένα μου αρέσει, για να εξηγούμαι, αλλά δεν είναι ο πολιτισμός μου (η Μαντόνα). Είναι απλά κάτι που μου αρέσει, όπως π.χ. μου αρέσει και το μπαλέτο, αλλά δεν είναι «δικό μου».  Για τον δικό μας πολιτισμό, δεν φροντίζουν παρά ελάχιστοι άνθρωποι. Ο δικός μου πολιτισμός είναι η Δόμνα Σαμίου, που «έφυγε» πριν λίγες μέρες. Στην Ελλάδα μας μάθανε να περιφρονούμε «το δικό μας» και αυτό είναι επιεικώς απαράδεκτο.  Είναι δολοφονικό. Κάποτε είχε πει ο «μέγας» Κίσινγκερ, ότι 'αν θες να καταστρέψεις έναν λαό, κατέστρεψε την παιδεία του και κυρίως την γλώσσα του'. Τα σημερινά παιδιά δεν ξέρουν να μιλούν ελληνικά. Είχα βρεθεί στον Καναδά, μια χώρα υποδοχής μεταναστών που κάποτε ήτανε πολύ πιο ανοιχτή απ' ότι τώρα, με πάγια μεταναστευτική πολιτική. Όπου όποιος δήλωνε, ότι θέλει να πάει μετανάστης, τον πληρώνανε έξι μήνες για να μάθει αγγλικά. Οι Έλληνες λοιπόν το έσκαγαν, γιατί ήταν αναλφάβητοι. Πώς να μάθεις μια ξένη γλώσσα αν δεν ξέρεις την δική σου; Και νομίζουν ότι ξέρουν αγγλικά; Όταν διαβάζω τις μεταφράσεις στην τηλεόραση, μου σηκώνονται τα μαλλιά όρθια. Εκείνο το οποίο με νοιάζει είναι ότι δεν καταλαβαίνουν τα παιδιά, ότι αν δεν ξέρουν τη δική τους γλώσσα, δεν θα μάθουν ποτέ σωστά μια ξένη. Μπορεί να την μάθουν επιπόλαια, όπως θα μάθουν και τη δική τους, αλλά ουσιαστικά δεν θα μάθουν τίποτα. Επίσης έχει επικρατήσει η άποψη, ότι όσο πιο αμόρφωτος είσαι, τόσο πιο εύκολα βρίσκεις δουλειά. Κάποιος που ξέρει την κατάσταση στην Ισπανία και έκανε την σύγκριση, μου είπε πως εκεί δουλειά δεν βρίσκουν, μόνο όσοι δεν έχουν τα τυπικά προσόντα. Στην Ελλάδα αυτοί που δεν βρίσκουν δουλειά, είναι αυτοί που έχουν τα τυπικά προσόντα. Ας μας φέρει λοιπόν τα Αγγλικά το υπουργείο Παιδείας μια ώρα αρχύτερα... Όσο για το υπουργείο Πολιτισμού αν δεν μπορεί να φυλάξει το μουσείο της Ολυμπίας ας δέσει μια πέτρα στο λαιμό, να πάρει φόρα να φουντάρει... Ας μην πούμε για τις επιχορηγήσεις που έχουν κάνει εκατομμυριούχους ένα σωρό λουφέδες και τις απαράδεκτες εκδηλώσεις, με τσιφτετέλια, που ναι μεν μου αρέσουν, αλλά όχι και να τις χρηματοδοτούμε ως πολιτιστικά αγαθά.  Ο πολιτισμός δεν είναι σάλτσα, να βάζουμε κι από λίγο, όποτε θέλουμε. Όταν λες την λέξη πολιτισμός, ήδη την έχεις σκοτώσει. Η Ελλάδα μεγαλούργησε πολιτιστικά όταν δεν είχε υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι υπουργείο εκ-πολιτισμού, πράγμα το οποίο δεν έχει ανάγκη η χώρα. Οι Έλληνες είμαστε ένας βαθύτατα πολιτισμένος λαός και θα πρέπει να το θυμηθούμε, γιατί το έχουμε ξεχάσει.

Από τα εννέα εκατομμύρια Ελλήνων πόσοι έχουν ανέβει στην Ακρόπολη; Ελάχιστοι. Κάτι άλλο που βρίσκω τραγικό, είναι που κάποιοι ξένοι έχουν όνειρο ζωής να κάνουν ένα ταξίδι στην Ελλάδα, να δουν τα αξιοθέατα. Μαζεύουν τι δεκάρες τους μία μία και σε μεγάλη ηλικία πια, έρχονται για λίγες μέρες να επισκεφτούν την Ακρόπολη ...και την βρίσκουν κλειστή. Έχει δικαίωμα κανείς να το κάνει αυτό; Ας με θεωρήσουν επί χίλιες φορές οπισθοδρομική γι' αυτά που λέω. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να δω το μουσείο της Δήλου. Αν και έχω πάει τρεις φορές, ήταν πάντα κλειστό. Μια φορά ταξίδεψα με κρουαζιερόπλοιο, όπου συνεπιβάτης μας ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος Αμερικάνος, ντυμένος καπετάνιος, πολύ χαριτωμένος. Αν και μάζευε όλη του τη ζωή χρήματα για να δει το μουσείο, δεν τα κατάφερε... Στους Δελφούς πάλι, είχα πάει για πρώτη φορά στο γυμνάσιο. Στο μουσείο είχε μόνο ένα κουτί με καρτ-ποστάλ, απ΄ ότι θυμάμαι,  και όταν τους ζήτησα μια αφίσα του Ηνίοχου, με κοίταξαν λες και τους ζήτησα χαβιάρι. Στη Γαλλία όπου είχα ταξιδέψει με φίλους, ζήλεψα τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται τα πράγματα. Κάπου εκεί λοιπόν σε μια μικρή κωμόπολη, έχει μια μικρή εκκλησία με κάποιο ενδιαφέρον. Για την οποία είχαν καρτ-ποστάλ, αφίσες κλπ σε όλα τα μεγέθη. Όταν ξαναπήγα στους Δελφούς δέκα χρόνια πριν, βρήκα το ίδιο μαδημένο κουτί, με τις ίδιες μαδημένες καρτ-ποστάλ. Πόσο ακριβό είναι να τυπώσεις μερικές αφίσες; Είναι δηλ. κακό να βγάζουμε χρήματα με αυτόν τον τρόπο, όπως βγάζουν οι ξένοι; Πρέπει να πληρώνει το κράτος για όλα; Δηλ. αυτά τα λεφτά δεν τα θέλουμε, αλλά του υπουργείου Πολιτισμού τα θέλουμε! Εγώ δεν έχω ζητήσει ποτέ να μου επιχορηγήσει συναυλία το υπουργείο Πολιτισμού και ούτε πρόκειται. Για να δεχτείς να σε επιχορηγήσει το υπουργείο,  πρέπει να σου το ζητήσουν εκείνοι και όχι εσύ. Δεν είμαι ζητιάνα. Δεν έχω ανάγκη. Καλά πορεύομαι.

Αυτά που σας λέω δεν είναι και πολύ ευχάριστα. Και δεν υποφέρω τάχα μου δήθεν σαν βασανισμένη καλλιτέχνης και τα λέω. Το μόνο που ήθελα πάντα στη ζωή μου ήταν να μην χρωστάω και να μην μου χρωστάνε. Θέλω να έχω δυο-τρεις ανθρώπους που με αγαπούν και τους αγαπώ γύρω μου και αυτό μου φτάνει. Είμαι απολύτως γεμάτη. Έχω τα βιβλία μου, τις κιθάρες μου ... να! αντί για τραπεζαρία, έκανα κιθαριέρα. Έχω βγει, έχω διασκεδάσει όσον ήμουνα νέα, έκανα τις παλαβομάρες μου, αλλά τον καιρό που έπρεπε.  Βλέπω αυτόν τον Στρος-Καν και λέω, μα καλά πόσο πεινάλας είναι; Προτρέπω τους νέους να κάνουν ότι μπορούν όσο είναι ακόμα νέοι, 'να αφήσουν και να απολέσουν'. Αρκεί να έχουν μάθει τα όρια απ' τους γονείς τους, όσο είναι ακόμη μικρά παιδιά.

Μια φορά ήμουν μέσα σε ένα ταξί ,έβριζε και ωρυόταν ο ταξιτζής για τα τεκταινόμενα. Τον ρωτάω λοιπόν, αν έχει παιδιά. Μου λέει, ναι. Και συνεχίζω 'Αν κάποιος σας έλεγε να τα διορίσετε στο δημόσιο, χωρίς να έχουν τα τυπικά προσόντα θα το δεχόσασταν;' Βεβαίως, μου απαντά. 'Τότε δεν έχετε δικαίωμα να μιλάτε, του λέω. Σας παρακαλώ, γιατί με έχετε ζαλίσει'... Και σταμάτησε.

Μπορεί να ακούγεται πολύ Χρηστομάθεια αυτό που λέω, αλλά είναι μονόδρομος. Ξέρω ανθρώπους που έχουν δουλέψει σκληρά μια ζωή και δεν έχουνε πει κιχ. Οι άνθρωποι δεν έχουνε μάθει να κρίνουν τον εαυτό τους. Καταρχάς άλλο κρίνω και άλλο κριτικάρω.



-Τι εστί λοιπόν τέχνη και τι πολιτισμός;

Είναι υπόθεση διανοητική και ψυχική, σίγουρα δεν είναι υπόθεση της τσέπης. Πολιτισμός είναι να έρθεις στο σπίτι μου, να σου χαμογελάσω και να σε κεράσω ένα ποτήρι νερό. Καλλιτέχνης είναι ένας κανονικός άνθρωπος που σε ορισμένα σημεία είναι πιο λεπτός νευρικά και πιάνει περισσότερα πράγματα απ' τους άλλους. Πιθανόν να έχει μια ικανότητα στο χέρι του ή στη φωνή του, αυτό όμως είναι σαν να έχει κάποιος ένα ζευγάρι όμορφα γαλάζια μάτια και μια ωραία λεπτή μύτη, πράγμα για το οποίο δεν μπορεί να επαίρεται. Είναι ένα δώρο θεού, που πρέπει να το προσέχεις. Δεν χάνεται τόσο γρήγορα όσο χάνεται η ομορφιά. Πρέπει ωστόσο να καλλιεργήσεις αυτό το δώρο, γιατί αν το αφήσεις όπως ήταν όταν γεννήθηκες, πάει το έχασες.  Το ίδιο και η ομορφιά. Εάν σιγά σιγά περάσει από το πρόσωπο μέσα στην ψυχή, κρατάει μια ζωή. Βλέπω μεγάλους ανθρώπους οι οποίοι εξακολουθούν και είναι ωραίοι, πολύ όμορφοι. Και βλέπω άλλους, οι οποίοι πια 'δεν βλέπονται', ενώ ήταν πολύ όμορφοι όταν ήταν νέοι. Αυτό είναι το κακό. Η κακία είναι σαν δηλητήριο. Εγώ τους ανθρώπους που είναι κακοί, τους θεωρώ άρρωστους. Τα αρνητικά συναισθήματα είναι αρρώστια. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, όσο προχωρά, πρέπει να 'καθαρίζει', να πετάει τα περιττά, να αφαιρεί, να κρατά μόνο αυτό το οποίο χρειάζεται. Το ζητούμενο για έναν άνθρωπο είναι να γίνεται καλύτερος όσο περνάνε τα χρόνια.  Είτε θα γίνουμε ξύδι, είτε θα ωριμάσουμε σαν το καλό κρασί. Δεν ξέρω αν το έχω πετύχει, σε κάποια σημεία μπορεί και να έχω γίνει ξύδι. Προσπαθώ τουλάχιστον. Όταν ξεκινάς για κρασί, δεν είναι κι ότι καλύτερο να γίνεις ξύδι (γέλια).

-Έρωτας και αγάπη. Η κινητήριος δύναμη.

Ο τελευταίος μου έρωτας πέθανε πριν από τρία χρόνια, τον έλεγαν Σεβάχ και ήταν άσπρος και φουντωτός. Ο σκυλάκος μου. Μετά ερωτεύτηκα έναν άσπρο γάτο, κουφό. Αλλά δεν ήταν δικός μου αυτός και τώρα δεν τον βλέπω πια. Τον τελευταίο καιρό ερωτεύομαι μόνο τετράποδα. Αν ερωτευτώ άνθρωπο, κρατάει μια δύο ώρες και μετά μου περνάει, ευτυχώς... Είναι στιγμιαίο το έγκλημα (γέλια).



Αγαπώ την Ελλάδα, για έναν λόγο. Έχω συναντήσει καπεταναίους, που κατέβηκαν απ' το βουνό. Σε όλους τους Έλληνες, μέσα τους υπάρχει θάλασσα. Έχετε δει τον χάρτη της Ελλάδας; Σαν να τον έχουν ροκανίσει 800 ποντίκια είναι. Έχουμε μια από τις ωραιότερες χώρες στον κόσμο και της έχουμε αλλάξει τον αδόξαστο...

Πιστεύω ότι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι ένα. Γι' αυτό μπορώ και προχωράω. Σίγουρα προχωράω με άλλο τρόπο και άλλα μέσα, απ' ότι όταν ήμουν νέα και ευλύγιστη και μπορούσα να τρέχω. Αλλά προχωράω και όπως είμαι τώρα. Όσο μπορώ. Χαίρομαι που έχω ανθρώπους που εξακολουθούν να με στηρίζουν, και τους ευχαριστώ από καρδιάς, τον καθένα ξεχωριστά. -

Οι φίλοι της Αρλέτας, έχουν φτιάξει έναν ιστότοπο ειδικά αφιερωμένο σε εκείνη. Μπορείτε να τον επισκεφτείτε πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:
Για την Αρλέτα


Νέο! Η Αρλέτα θα συμμετέχει στη συναυλία του Λάκη Παπαδόπουλου στις 5 Ιουνίου, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων: τηλ. 210 3475518.

Ετικέτες
Μαρίζα Κούτσουπα

Έχω σπουδάσει Πολιτιστική Διαχείριση και τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη διοργάνωση εκδηλώσεων και τις δημόσιες σχέσεις σε διάφορους οργανισμούς και εταιρείες. Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής, ενώ το τελευταίο διάστημα συνεργάζομαι με το περιοδικό Artmagazine ως αρθρογράφος.