|
Diego Rodriguez Da Silva Y Velazquez |
|
Συντάκτης: Κατερίνα Ρουμπέκα
|
|
Δευτέρα, 11 Μάιος 2009 14:22 |
|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Ο καρδινάλιος ινφάντης ντον Φερδινάνδος της Αυστρίας
Ο Βελάσκεθ, Ντιέγκο, Ροντρίγκεθ ντά Σίλβα ύ, ήταν Ισπανός ζωγράφος (Σεβίλλη 1599 - Μαδρίτη 1660). Γεννήθηκε στη Σεβίλλη, από οικογένεια πορτογαλικής καταγωγής. Η ζωή του κύλησε ήρεμα. Ήταν παιδί όταν άρχισε την μαθητεία του στο εργαστήριο του Φρανθίσκο Πατσέκο, αλλά ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την ζωγραφική του Ριμπέρα και των οπαδών του Καραβάτζιο που κατέφθαναν τότε στη Σεβίλλη από την Νεάπολη, παρά για τον όψιμο μανιερισμό του δασκάλου του.
Ήθελε να επιδοθεί στη μελέτη της φύσεως, που του έδωσε την δυνατότητα να θεμελιώσει τις στέρεες τεχνικές βάσεις του έργου του. Άρχισε ζωγραφίζοντας νεκρές φύσεις και λαϊκούς τύπους, όπως «Ο νεροκουβαλητής», «Ο τρυγητής», «Οι καλεσμένοι», «Η γριά που τηγανίζει αυγά». Ο Βελάσκεθ πήρε σαν μοντέλα του, τους πιο ταπεινούς ανθρώπους, ακόμα και τους παραμορφωμένους και τους σακάτηδες και πέτυχε εξαίρετα πλαστικά αποτελέσματα, αποδίδοντας πλάσματα τερατώδη. Ο ρεαλισμός του Βελάσκεθ δε βρίσκεται μόνο στα θέματα που χρησιμοποιεί, αλλά και στο γεγονός ότι τα συλλαμβάνει, χωρίς να καταφεύγει ποτέ στις πτήσεις της φαντασίας. Είναι λοιπόν, ένας πλήρης ζωγράφος, ικανός να αναπτύξει σε έναν πίνακα όλο το θέαμα που μπορούν να αγκαλιάσουν τα μάτια του. Δεν είναι ένας οραματιστής, όπως ο Ελ Γκρέκο, βλέπει μόνο με τα σωματικά του μάτια. Αλλά η εμμονή αυτή στην αλήθεια, τον οδηγεί πέρα από τον απλό ρεαλισμό. Παρατηρεί με προσοχή το μοντέλο του, τη στάση του, τις γκριμάτσες του, την έκφρασή του. Έτσι, τα πορτραίτα του είναι αληθινά ψυχολογικά ντοκουμέντα. Η νατουραλιστική διάθεση των πρώτων πινάκων του, με λαϊκά ρωπογραφικά θέματα (bodegones) και σκηνές εσωτερικών χώρων, διατηρήθηκε με θαυμαστή συνέπεια σε όλο του το έργο και εξυψώθηκε σε επίπεδο ηθικής οφειλής απέναντι στην πραγματικότητα. Το 1618 ο Βελάσκεθ παντρεύτηκε την κόρη του Πατσέκο, Χουάνα και το 1622 ταξίδεψε για πρώτη φορά στη Μαδρίτη, όπου εγκαταστάθηκε τον επόμενο χρόνο. Ο Φίλιππος Δ', στον οποίο τον παρουσίασε ο προστάτης του κόμης ντ' Ολιβάρες, αναγνώρισε αμέσως την ιδιοφυία του νεαρού καλλιτέχνη και δεν άργησε να τον ονομάσει ζωγράφο της αυλής.
Οι μέθυσοι
Η επαφή του με τις πλουσιότατες βασιλικές συλλογές και την αφθονία τους σε αντιπροσωπευτικά αναγεννησιακά έργα, άνοιξε νέους και ευρύτερους ορίζοντες στον Βελάσκεθ και συντέλεσε στη γρήγορη ωρίμανση του ύφους του. Μεγάλη εντύπωση του προξένησαν τα έργα του Τισιανού, για αυτό και τα ερμήνευσε, χωρίς ωστόσο να απομακρυνθεί από τη νατουραλιστική του κατεύθυνση. Από τους πειραματισμούς αυτούς γεννήθηκαν τα πρώτα του αριστουργήματα, όπως ο «Θρίαμβος του Βάκχου ή οι Μέθυσοι». Η προσωπική γνωριμία του με τον Ρούμπενς το 1628 στη Μαδρίτη και το ταξίδι του στην Ιταλία, από τον Απρίλη του 1629 ως το τέλος του 1630, η επίσκεψή του στη Γένοβα, Μιλάνο, Βενετία, Μπολόνια, Ρώμη και τέλος στην Νεάπολη, όπου ξανασυνάντησε τον Ριμπέρα, ολοκλήρωσαν την ωρίμανσή του. Εκεί ζωγράφισε το «Εργαστήριο του Ηφαίστου», τη «Συμπλοκή της Ισπανικής Πρεσβείας» και τις δύο «Απόψεις της επαύλεως Μέντιτσι», με την εκπληκτικά μοντέρνα αντίληψη της τοπιογραφίας. Τα έργα αυτά είναι η αφετηρία της νέας τεχνοτροπίας του που συνεχίζεται σε ολόκληρη τη μεταγενέστερη παραγωγή του. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ασχολήθηκε κυρίως με την εκτέλεση μιας μεγάλης σειράς προσωπογραφιών των μελών της βασιλικής οικογένειας, αυλικών, γελωτοποιών, νάνων, ακόμη και ζητιάνων, για την οποία θεωρείτε ο οξυδερκέστερος παρατηρητής, ο μεγαλύτερος γνώστης αλλά και ο πιο αντικειμενικός ερμηνευτής της κοινωνίας της εποχής του. Ο Βελάσκεθ ζωγράφισε επίσης και μερικούς θρησκευτικούς πίνακες, «Ο Χριστός μετά τη μαστίγωση», μυθολογικούς ο «Αίσωπος» και ο «Μένιππος», η «Αφροδίτη» και ιστορικούς όπως την περίφημη «Παράδοση της Μπρέντα», το πρώτο ζωγραφικό έργο με πραγματικά μοντέρνα θεώρηση της υπαίθρου. Όλες αυτές οι συνθέσεις διαπνέονται από μια ζωηρή αίσθηση της ανθρώπινης παρουσίας και ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία. Από τον Σεπτέμβρη του 1649 ως τον Ιούνιο του 1651 ο Βελάσκεθ, ταξίδεψε και πάλι στην Ιταλία ως μέλος της ισπανικής πρεσβείας προς τη Μαρία- Άννα της Αυστρίας, μνηστή του Φιλίππου Δ' και με την ειδική αποστολή της αγοράς έργων τέχνης για τις βασιλικές συλλογές. Είναι τώρα η σειρά του Ισπανού καλλιτέχνη, να διδάξει την τέχνη του στους Ιταλούς ζωγραφίζοντας εκεί ένα από τα ωραιότερα έργα του, την προσωπογραφία του πάπα Ιννοκέντιου Ι'. Γυρίζοντας στην Ισπανία ονομάζεται επιθεωρητής των βασιλικών ανακτόρων. Παρά τις πολλές ασχολίες του, δημιουργεί ακόμη μερικά από τα ωραιότερα έργα του, τις γεμάτες ζωντάνια σκηνές των εσωτερικών χώρων, τους πίνακες «Las Meninas», (Οι Δεσποινίδες των τιμών) και «Las Hilanderas», (Οι υφάντριες, από τον μύθο της Αράχνης), που κοσμούν το μουσείο του Πράντο. Με τα έργα αυτά, όπως γράφει ο Ιταλός ιστορικός της τέχνης Λόνγκι, «ο Βελάσκεθ πρόσφερε στην ζωγραφική ορισμένες βασικές και αιώνιες ανακαλύψεις, αλλά υπήρξε και προ παντός ο μεγαλύτερος στην νεότερη εποχή ερευνητής της ατμόσφαιρας, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον θεατή και το αντικείμενο». Ο Βελάσκεθ ήταν πρόδρομος των πολύ μεταγενέστερων αναζητήσεων της ζωγραφικής, για αυτό και το έργο του κίνησε το ζωηρό ενδιαφέρων των καλλιτεχνών του 19ου αιώνα και μάλιστα των εμπρεσιονιστών. Όταν το σχέδιό του για ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία το 1657 ναυάγησε, ο Βελάσκεθ αφοσιώθηκε περισσότερο στα επίσημα καθήκοντά του, επέβλεψε και στην αποκατάσταση και αναδιοργάνωση του Αλκάζαρ της Μαδρίτης και το 1659, έλαβε τη μεγαλύτερη τιμητική διάκριση, το παράσημο του τάγματος του Σαντιάγο.
Ο νερουλάς της Σεβίλλης
Το έργο του «Ο νερουλάς της Σεβίλλης», (1619-20), είναι ένα από τα πρώτα του έργα, με θέμα έναν γέρο νερουλά στη Σεβίλλη. Είναι μια εικόνα, τύπου, ηθογραφική, που είχαν ανακαλύψει οι ζωγράφοι στις Κάτω Χώρες για να επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους, στην περίπτωση όμως του Βελάσκεθ έχει όλη την ένταση και τη διεισδυτικότητα, όπως στο έργο του Καραβάτζιο. Ο γέρος με το ρικνό, φθαρμένο πρόσωπο και το τρύπιο παλτό, το μεγάλο πήλινο σταμνί με το στρογγυλό του σχήμα, η επιφάνεια του μικρού γυαλιστερού κανατιού και το φως που παίζει με το διάφανο γυαλί, όλα είναι ζωγραφισμένα τόσο πειστικά, ώστε έχουμε την αίσθηση πως θα τα αγγίξουμε. Όποιος κοιτάζει την εικόνα, δεν σκέφτεται αν τα αντικείμενα που παριστάνει, είναι ωραία ή άσχημα, ή αν το θέμα της είναι σημαντικό ή ασήμαντο. Ούτε τα χρώματα είναι ωραία από μόνα τους. Κυριαρχούν οι τόνοι του καφέ, του γκρίζου και του πράσινου. Η σύνθεση έχει αποδοθεί με αρμονία, που η εικόνα μένει αξέχαστη σε όποιον την κοίταξε.
|
Πρέπει να συνδεθείτε πρώτα για να μπορέσετε να πραγματοποιήσετε σχόλιο. Η εγγραφή σας είναι δωρεάν.
|