|
Γκρύνεβαλντ Ματίς (Matthias Grunewald) - Mathis Gothardt Neithardt |
|
Συντάκτης: Ρουμπέκα Κατερίνα
|
|
Τετάρτη, 20 Ιούλιος 2011 22:03 |
|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL Γκρύνεβαλντ Ματίς (Matthias Grunewald, όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο Mathis Gothardt Neithardt). Γερμανός ζωγράφος (Βύρτσμουργκ 1470-1480- Χάλλη 1528). Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή του. Μεταξύ 1481 και 1488 εργάστηκε στο Ασάφφενμπουργκ, στα σύνορα Βαυαρίας και Έσσης, υπό την προστασία του Επισκόπου Χένριχ Ράιτσμαν. Ένας συγγραφέας του 17ου αιώνα τον αποκαλεί «Γερμανό Κορρέτζιο». Από τότε στα έργα αυτά και σε άλλα που έμοιαζαν φτιαγμένα από τον ίδιο μεγάλο καλλιτέχνη, βάζουν συνήθως την ετικέτα Γκρύνεβαλντ. Τα λίγα έργα του που έχουμε είναι εικόνες παραδοσιακού τύπου για την Αγία Τράπεζα, σε μεγάλες και μικρές επαρχιακές εκκλησίες. [Πάνω αριστερά φωτογραφία: Ιωάννης Ευαγγελιστής (πιθανόν αυτοπροσωπογραφία)]
Ματθίας (Μάτις) Γκρύνεβαλντ, τμήμα από το πολύπτυχο του Ίζενχαιμ
Το πρώτο έργο του χρονολογημένο στο 1503 είναι ο «Εμπαιγμός του Χριστού», επηρεασμένο από τον Χολμπάιν τον Πρεσβύτερο. Αλλά το αριστούργημά του είναι το επιβλητικό πολύπτυχο του Ίζενχαιμ, που κατασκευάστηκε γύρω στο 1515 για να περιβάλει το ξύλινο άγαλμα του Αγίου Αυγουστίνου τοποθετημένο ανάμεσα στους Αγίους Αντώνιο και Ιουλιανό. Σε εννέα διάχωρα εικονίζονται η «Σταύρωση», ο «Άγιος Αντώνιος», ο «Άγιος Σεβαστιανός», η «Αποκαθήλωση», η «Παναγία με το Βρέφος», ο «Ευαγγελισμός», η «Ανάσταση», οι «Πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου» και ο «Άγιος Αντώνιος επισκέπτεται τον Άγιο Παύλο στην έρημο». Στους πίνακες αυτούς οι διάφορες εμπειρίες του Γκρύνεβαλντ συνδυάζονται με την προσωπική του όραση και καταλήγουν στην οξύτατη ρεαλιστική έκφρασή του. Χαρακτηριστικές είναι οι τρομερές παραμορφώσεις στις λεπτομέρειες του σώματος του Χριστού στη «Σταύρωση», που σε συνδυασμό με τα μακάβρια χρώματα εκδηλώνουν τη μεσαιωνική μυστικιστική έξαρση του καλλιτέχνη και την πεποίθησή του ότι η ανάκληση της Ιστορίας των Αγίων Παθών γίνεται μόνο με συμμετοχή και οδύνη.
Πολύπτυχο του Ίζενχαιμ
Ο Γκρύνεβαλντ θεμελιώνει την ζωγραφική του στο καθαρό χρώμα, αλλά περιβάλει το κύριο πρόσωπο με άμεσο, σκληρό φως, που τονίζοντας τα περιγράμματα του δίνει γοτθική ανάταση και δημιουργεί νέες σχέσεις όγκου και χώρου. Σε άλλους πίνακες του πολύπτυχου του Ίζενχαιμ ο Γκρύνεβαλντ ανατρέχει σε διάφορες πηγές. Στους «Πειρασμούς του Αγίου Αντωνίου» επηρεάζεται από την φλαμανδική παράδοση του Ιερώνυμου Μπος, ενώ διατηρεί στοιχεία από τα διδάγματα του Μαντένια. Παρέμεινε για ένα διάστημα στο Ασάφφενμπουργκ, πόλη του αρχιεπισκοπικού πριγκιπάτου της Μαγεντίας, όπου ασχολήθηκε σαν υδραυλικός μηχανικός. Το 1520 ο καρδινάλιος του Χοεντσόλλερν τον προσέλαβε για τις εργασίες της κολεγιακής εκκλησίας της Χάλλης. Μετά τον θάνατό του βρέθηκαν στα χαρτιά του λουθηρανικά κείμενα και τα «Δώδεκα άρθρα των χωρικών», αποδεικτικά της συμμετοχής του στις ιδέες της Μεταρρυθμίσεως. Στην ίδια εποχή ανάγεται και η «Διαλογική συζήτηση του Αγίου Εράσμου με τον Άγιο Μαυρίκιο», υπαινιγμός στις θρησκευτικές διαμάχες της εποχής. Η εικαστική διατύπωση του Γκρύνεβαλντ δεν συντέλεσε μόνο στην ανάπτυξη των πνευματικών κατευθύνσεων της χώρας, αλλά έγινε και το θεμέλιο της γερμανικής καλλιτεχνικής παραδόσεως.
Η Σταύρωση, 1515
Τέχνη για τον Γκρύνεβαλντ δεν ήταν η αναζήτηση των κρυμμένων νόμων της ομορφιάς. Η τέχνη είχε μόνο ένα στόχο, το στόχο όλης της θρησκευτικής τέχνης του Μεσαίωνα, να χρησιμεύει δηλαδή σαν κήρυγμα με εικόνες διακηρύσσοντας τις ιερές αλήθειες όπως τις δίδασκε η εκκλησία. Το κεντρικό φύλλο της εικόνας για την Αγία Τράπεζα του Ίζενχαιμ μαρτυρεί τη μη ύπαρξη ομορφιάς, αλλά την άγρια και σκληρή εικόνα του Σωτήρα Εσταυρωμένου. Νιώθεις την φρίκη και τον πόνο τούτης της εικόνας. Το σώμα του Χριστού που πεθαίνει είναι παραμορφωμένο από τα βασανιστήρια της Σταύρωσης. Τα αγκάθια από τα φραγγέλια μπαίνουν στις κακοφορμισμένες πληγές που σκεπάζουν όλο το σώμα. Το σκούρο κόκκινο αίμα δημιουργεί μια έντονη αντίθεση με το αρρωστημένο πράσινο της σάρκας. Με τα χαρακτηριστικά Του και την εντυπωσιακή χειρονομία των χεριών Του, ο Χριστός Πάσχων μας μιλάει για το νόημα του Γολγοθά Του. Το μαρτύριό Του καθρεπτίζεται στο παραδοσιακό σύμπλεγμα της Παναγίας, με το ένδυμα της χήρας, που λιποθυμάει στην αγκαλιά του Ιωάννη του Ευαγγελιστή, στον οποίο την εμπιστεύτηκε ο Κύριος και στην μικρότερη μορφή της Μαγδαληνής με τη μυροδόχη, που σφίγγει τα χέρια της με πόνο.
Από την άλλη μεριά του Σταυρού στέκει η επιβλητική μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή με το αρχαίο σύμβολο του αμνού που φέρει το σταυρό και χύνει το αίμα του στο δισκοπότηρο της Θείας Κοινωνίας. Με μια αυστηρή και επιτακτική κίνηση ο Ιωάννης δείχνει προς τον Σωτήρα και από πάνω του είναι γραμμένα τα λόγια που λέει «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Σε αυτή την αδυσώπητη φρίκη υπάρχει κάτι εξωπραγματικό και φανταστικό, οι μορφές διαφέρουν στο μέγεθος. Ο Χριστός φαίνεται μεγάλος και τα χέρια της Μαγδαληνής κάτω από τον Σταυρό, έχουν διαφορά σε σχέση με τα χέρια του Χριστού. Είναι φανερό πως ο Γκρύνεβαλντ απέρριπτε τους κανόνες της ένας τέχνης, της εποχής της Αναγέννησης και συνειδητά επέστρεφε στις αρχές των μεσαιωνικών καλλιτεχνών, που άλλαζαν το μέγεθος των μορφών ανάλογα με την σπουδαιότητά τους στην εικόνα.
|