|
«Όφις και κρίνο»: Η persona ενός ζωγράφου στον Καζαντζάκη |
|
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη
|
|
Τρίτη, 08 Σεπτέμβριος 2009 23:13 |
|
Σελίδα 1 από 2  Διαχρονικά, πολλοί είναι οι συγγραφείς που έχουν καταθέσει στο λογοτεχνικό έργο τους όψεις του «ήθους» των καλλιτεχνών ηρώων τους και έχουν αποκαλύψει εκφράσεις της αποκλίνουσας καλλιτεχνικής τους φύσης. Πολλοί περισσότεροι είναι οι λογοτέχνες που έχουν περιγράψει το ερωτικό πάθος των ηρώων τους που τους οδηγεί στα όρια της παραφροσύνης. Στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Όφις και κρίνο» (1906), συναντάμε ένα ιδιόρρυθμο ψυχικά και πνευματικά ζωγράφο, σφόδρα ερωτευμένο με μια γυναίκα.
Στο πρώιμο αυτό έργο του συγγραφέα, σκιαγραφείται η διαταραγμένη κατάσταση ενός ζωγράφου, ο οποίος καταθέτει τις σκέψεις του γύρω από την ύπαρξη μιας όμορφης γυναίκας που συνάντησε απρόσμενα: «Ένα βράδυ εκάθισα λυπημένος σ’ έναν κήπο έξω από την πόλη. Ένοιωσα πως κάποιον επερίμενεν η ψυχή μου. Έστρεψα το κεφάλι και την είδα. Γελαστή κι ώμορφη ερχόταν κάτω από τα δέντρα. Κάποιο χέρι μ’ έσπρωξε. Ω, το θυμούμαι’ Κάποιο χέρι παντοδύναμο μ’ έσπρωξε. Και της σίμωσα και της είπα τ’ όνομά μου – όνομα γνωστό καλλιτέχνη – και την παρακάλεσα να μ’ αφίσει να την ζωγραφίσω».
Παρ’ ότι ο ζωγράφος ζήτησε από τη γυναίκα να γίνει η Μούσα του αμέσως μόλις την αντίκρισε, το ερωτικό πάθος για εκείνη, ενώ αρχικά τού ξυπνούσε τη δημιουργικότητα, με το πέρας του χρόνου, είχε κατάφερε να αναστείλει την καλλιτεχνική δραστηριότητά του. Ο καλλιτέχνης καταθέτει τα πρώτα ψυχικά του βιώματα ως ακολούθως: «Νοιώθω κατεβαίνει μέσα μου ένας Θεός. Πνεύμα δημιουργίας φυσάει απάν’ από τις σκέψεις μου κι ένας δάκτυλος που στάζει φως εγγίζει το μέτωπό μου. Ένας Ραφαήλ κι ένας Πραξιτέλης λειτουργούνε μέσα μου. Κι ακούω το πινέλο απαλό και παντοδύναμο να σέρνεται στην καρδιά μου και νοιώθω ν’ απλώνονται απάνω της και να ζωντανεύουν οι μεγάλες ζωγραφιές. Παναγίες με το γλυκό χαμόγελο και τα’ άφθαστα κάλλη. Αγγελούδια π’ ακουμπούν το ξανθό κεφάλι απάνω στα χεράκια των και κυττάζουν με μάτια λουλουδιών τους ουρανούς και σωπαίνουν». Σε άλλο σημείο όμως του έργου, ο ζωγράφος παραδέχεται με παράπονο τα εξής: «Κάθομαι στο ατελιέ μου μπροστά στις ζωγραφιές που άρχισα και δεν μπορώ να τελειώσω – κάθομαι και συλλογούμαι. Είμαι ξυπνητός κι ονειρεύομαι. Και βλέπω της Αγάπη μου νάρχεται γελαστή κι αθόρυβη, με τα μεγάλα μάτια και το λευκό, το αχάραχτο μέτωπο που δεν το φίλησε και δεν το λέρωσε η κάμπια της σκέψης. Κάτω στο διάβα της έχω στρωμένα την ευτυχία μου και τη χαρά και τους κρίνους της αθωότης μου και τα άγια άνθη του λωτού. Και τα πατεί και τα φονεύει κι έρχεται αθόρυβη και γελαστή απάνω στην ψυχή μου. Κι ανατριχιάζω όλος από αγάπη από φόβο».
Ο καλλιτέχνης βεβαίως, ήδη στις πρώτες αράδες του κειμένου έχει παραδεχτεί τη σωματική και συνάμα έχει σαφώς υπαινιχθεί τη διανοητική του νοσηρότητα: «Έχω πυρετό πάλι σήμερα. Ανατριχίλες διαβαίνουν από το κορμί μου όλο –κάτι τι σπαράσσει και τεντώνεται στον νου μου, - σαν να λύεται απότομα ένα ελατήριο, σαν να ξετυλίσσεται μ’ ορμή μια ανημέρωτη σκέψη πίσω από το μέτωπό μου». Αμέσως μετά μεταθέτει τη σκέψη του σ’ Εκείνη, την πηγή του ερωτικού πάθους και συνάμα της έμπνευσής του. Μεταξύ αισθήσεων και κυρίως παραισθήσεων, ο ήρωας - αφηγητής εκφράζει τις ενστικτώδεις διαθέσεις του έναντι της γυναίκας που ποθεί.
|